«ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΤΡΑΓΩΝΗ ΤΥΡΟΠΙΤΑ ΤΟΥ ΚΥΛΙΚΕΙΟΥ»

Έχει πλάκα το πώς γράφονται οι στίχοι.
Από ανθρώπους που ουσιαστικά δε γνωρίζεις.
Εκείνοι γράφουν γιατί νιώθουν ηττημένοι.
Τη στιγμή που εσύ τους εύχεσαι να σβήσουν κι άλλα κεράκια.
Έχει ακόμα περισσότερη πλάκα το πόσο σίγουροι είμαστε.
Ότι υπάρχει μια καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας κάπου.
Κάπου όπου το να κάνεις κακό στην εκδοχή σου του «σήμερα» έχει ξαποστάσει δίπλα στην απόρριψη, που φοβάσαι, που νιώθεις, που σου δίνεις.
Έχεις αλλάξει, ναι.
Απλά δεν ξέρεις και ακριβώς τι.
Είχες τόσες ελπίδες για αυτόν τον κόσμο.
Μέχρι που η ζωή σου χάρισε απλόχερα αυτό το χαστούκι για το οποίο όλοι σου μιλούσαν.
Δε φταις εσύ που είσαι διατεθειμένος να ανεχτείς όσα συμβαίνουν γύρω σου.
Εσύ φταις δηλαδή, κατηγόρησε τον εαυτό σου πριν το κάνουν οι άλλοι.
Αλλά, αγάπα τον εαυτό σου, δεν είναι έγκλημα…
Αν το καλοσκεφτείς, το σημείο εκείνο της ζωής κατά το οποίο πραγματοποιείς μετάβαση στην κατάσταση της ενηλικίωσης είναι το μόνο που δε σε αφήνει στην ησυχία σου ακόμη κι αν την αποζητήσεις. Συνοδευόμενος από ρητορικές περί αντίληψης της πραγματικότητας, περί ωρίμανσης και ανάληψης ευθυνών. Και καθώς η τιμή στο ταμπελάκι μειώνεται αντιστρόφως ανάλογα με τη συχνότητα και το περιεχόμενο της χρήσης του «προϊόντος», έρχεται η στιγμή που συνειδητοποιείς ότι μοιάζεις περισσότερο με σκουριασμένο λουκέτο, από αυτά που χρησιμοποιούν οι μαθητές για να κλείσουν τις πόρτες του σχολείου σε μια κατάληψη. Έτσι, κάτω από τη σκουριά θέλεις να πείσεις, ή μάλλον να πιστείς, ότι έχεις μείνει άθικτος, κι ακόμη κρατάς, κι όμως ακόμη εύχεσαι σε πεφταστέρια από τη σκουριά να σπάσει η αλυσίδα, να μπει μέσα η «παιδεία». Εγώ γελούσα. Αλλά τώρα καταλαβαίνω την κρισιμότητα του αιτήματος που παραδίδαμε στους καθηγητές μας. Η τυρόπιτα στο κυλικείο ήταν τετράγωνη.
Δε μου αρέσουν οι τυρόπιτες. Αλλά με αυτήν την τυρόπιτα αισθάνομαι μια ταύτιση. Ξέρεις, την τοποθετούσαν πάντα στην ίδια θέση στη βιτρίνα, δίπλα στα κουλούρια Θεσσαλονίκης. Και η φάση είναι ότι δεν υπήρχε κάποια ομοιομορφία στον πάγκο εξαρχής, αλλά υπήρχε αυτή η τυρόπιτα. Στον ενικό της απέδωσαν μέχρι και τα κατηγορητήρια. Δεν ήταν μία τυρόπιτα, οποιαδήποτε, ήταν η τυρόπιτα. Και σκέφτομαι, τυράκι είχε μπόλικο, ψημένη ήταν, ενίοτε κάπως στεγνή και κρύα. Εντάξει, ενίοτε κάπως χθεσινή… Εγώ δεν την έτρωγα γιατί δε μου αρέσουν οι τυρόπιτες, όχι ότι με ενοχλούσε κιόλας. Ενσυναίσθηση το λένε αυτό ή συμπόνια; Αυτό που μπαίνεις στη θέση του άλλου, και τον λυπάσαι που βρέθηκε σε αυτή τη θέση; Γιατί δε νομίζω ότι διαφέρω ιδιαίτερα από την τετράγωνη τυρόπιτα του κυλικείου. Είναι αυτό που κάτι σου χτυπάει στο μάτι αλλά δε μπορείς να εντοπίσεις ξεκάθαρα τι πηγαίνει λάθος.
Δεν αγωνιούσα να μεγαλώσω. Μεγαλώνεις, ενσωματώνοντας τις αξίες και τις πεποιθήσεις που έχουν ενσταλάξει οι γονείς και ο κοινωνικός σου κύκλος. Στην αρχή, εκτίθεσαι με αυτοπεποίθηση, νομίζεις ότι ξεχωρίζεις στον κόσμο, ανυπομονείς να σου δώσει την προσοχή του. Ωστόσο, όταν καταφτάνει η πρώτη κριτική για τα υλικά σου, ξεχνάς αυτόματα πως κριτική δε σημαίνει κατάκριση. Τη διαβάζεις ξανά, στα ψιλά γράμματα, κι αν χρειαστεί τεντώνεις και τα δάχτυλα των ποδιών σου για να φτάσεις στο ύψος τους… Παίρνεις μια πρώτη μπουκιά από τον εαυτούλη σου για να δεις τι ισχύει όντως, είτε τους άρεσες είτε όχι, επειδή βέβαια εξυπακούεται να είσαι αντικειμενικός και επαγγελματίας. Του τ έστιν, σε τρώει η αμφιβολία, και εσύ την αντιμετωπίζεις τρώγοντάς τη από τη ρίζα της, από εσένα.
Ο κόσμος σού ανήκει, έχεις μια ζωή μπροστά σου. Αυτό για το οποίο κανείς δε σε προετοιμάζει είναι ότι ο κόσμος που σου ανήκει είναι ο δικός σου, είναι αυτός που φτιάχνεις εσύ βγαίνοντας από τον κόσμο που άλλοι ετοίμασαν για σένα, που τόσο πολύ απεχθανόσουν στην εφηβεία. Ώσπου η ζωή που έχεις μπροστά σου δεν είναι μία ζωή, οποιαδήποτε, είναι η δική σου ζωή, που σε κοιτάει και την κοιτάς αλλά αν εσύ απλά την κοιτάς στο τζαμάκι της βιτρίνας, τότε θα μπαγιατεύσει πριν τη φας, στην καλύτερη, αν τη φας εσύ, αν τη βρεις εκεί αύριο. Και βασικά, τότε είναι που θα καταλάβεις ότι το αίτημα του δεκαπενταμελούς στο κεφάλι σου ήταν για την τυρόπιτα, την τετράγωνη. Την τυρόπιτα που κάτι της έλειπε από τη συνταγή και το φύλλο είχε μαλακώσει μέχρι να έρθει η σειρά σου να αγοράσεις στο διάλειμμα. Που της έλειπε, η ταυτότητα. Που η ταυτότητά της είχε καταληφθεί από μια ψυχή που ακόμη μάθαινε.
Εσύ σε τρως όπως και να έχει, ψίχουλο ψίχουλο, σε μια δική σου δίκη, από τη μέρα που γεννήθηκες, καταδικάζεσαι σε ισόβια πριν τη δίκη τη δική τους. Αλλά, ακόμη και στην Ελλάδα, τα ισόβια κρατούν το πολύ μια 20ετία. Την εξέτισες την ποινή σου. Δεν υπάρχουν εγγυήσεις στη ζωή, όσο κι αν συνήθισες να νιώθεις φυλακισμένος. Και εδώ θα προσθέσω το κλασικό, είμαστε οι επιλογές μας. Και ο κόσμος πεινάει, παντού και πάντα. Ο ίδιος κόσμος, όταν του δώσεις τροφή γίνεται λαίμαργος, δεν έχει εκλεπτυσμένα γούστα. Δεν έχει να κάνει με το πόσο χορταστικός είσαι λοιπόν, αλλά με το πόσο χορτασμένος είσαι εσύ. Σε έναν κόσμο αντιγραφέων, τα πρωτότυπα είναι που τρώγονται, μέσα τους, έξω τους και αναμεταξύ τους. Κι αν νιώθεις εκείνη την τετράγωνη τυρόπιτα ανάμεσα στους κύκλους και τα τρίγωνα, ή σαν εκείνη, και έχεις χορτάσει να αλλάζεις σχήματα απλά για τα μάτια κάποιου άλλου, που θα πιει τον καφέ του χωρίς εσένα σήμερα, επειδή δεν έχει όρεξη, ζήτα της μια συγγνώμη. Ζήτα της μια συγγνώμη που νόμιζες ότι για να ξεκλειδωθεί, πρέπει να σπάσει.
Υ.Γ. Προσδοκούσα να γράψω έναν κώδικα κυκλοφορίας για άτομα με ενσυναίσθηση, αλλά δεν έχω πάρει ακόμη τα σήματα για το δίπλωμα οδήγησης.










