“Μην αγχώνεσαι”

Κάποτε, κατά το ταξίδι μας στην πορεία της ανάπτυξης, πρέπει να μας έμαθαν το εξής παράδοξο: Να θέλουμε να βρίσκουμε απευθείας μια λύση στα προβλήματα των άλλων. Να τρέχουμε να μειώσουμε κάθε μορφής δυσφορία, σαν να μην την αντέχουμε. Σαν να μην πρέπει να την αντέξει ούτε ο άλλος. Σαν να πρέπει να εξαλειφθεί όσο γίνεται πιο άμεσα, αφήνοντας πίσω της τον μικρότερο ψυχικό αντίκτυπο. Να ακούμε επιφανειακά, πιάνοντας μόνο εκείνα τα στοιχεία που θα μας καθοδηγήσουν στο να βρούμε την λύση ενός προβλήματος. Να αξιολογούμε τον εαυτό μας σαν “καλό φίλο”, μόνο όταν είμαστε έμπρακτα βοηθητικοί απέναντι στους άλλους.
Μας έμαθαν να προσπαθούμε να κάνουμε τους άλλους να γελάνε όταν νιώθουν δυσφορία. Να αίρουμε την πίεση και το στρες με το να αλλάζουμε θέμα. Να ακούμε μια αφήγηση για μια δύσκολη μέρα και να διακόπτουμε. Να διακόπτουμε ώστε να υπογραμμίσουμε το τι μπορεί να γίνει διαφορετικά την επόμενη φορά για να πάνε τα πράγματα καλύτερα. Να πηγαίνουμε σοκολάτες στην κολλητή μας στον πρώτο χωρισμό της, για να της περάσει. Για να αποτελέσουμε ένα διασπαστικό ερέθισμα ώστε να ξεχαστεί. Να κάνουμε “to do list” για να διευκολύνουμε την καθημερινότητα του συντρόφου μας, όταν μας παραπονεθεί ότι έχει πολλά να κάνει και αγχώνεται.
Και βρισκόμαστε στην υπέροχη φάση της αναδυόμενης ενηλικίωσης, και ίσως πιάσεις τον εαυτό σου να εμφανίζει την αυτοματοποιημένη σειρά αντιδράσεων: “έλα, μην αγχώνεσαι”, φιλικό χτύπημα στον ώμο, αγκαλιά (για τους πιο διαχυτικούς), ενθαρρυντικό χαμόγελο. Σύνηθες μοτίβο αυτόματης αντίδρασης όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με το αρνητικό θυμικό των άλλων.
Μερικές φορές, ίσως να θέλουμε απλά να μας ακούσουν χωρίς να σπεύσουν να μας δώσουν μία λύση. Να μας αποδεχτούν σε εκείνη την 3am φάση του “νεύρα και μπόλικο overthinking”. Χωρίς να καθίσουν δίπλα μας με ένα τετράδιο, να καταγράψουν τις αντιδράσεις μας, να επισημάνουν τα “do’s” και τα “dont’s” και έπειτα να βγάλουν την ετυμηγορία, με μερικές κατευθυντήριες γραμμές για το πώς πρέπει να κινηθούμε. Ίσως να θέλουμε να μας ακούσουν με γνώμονα την μαγική αρχή της
“άνευ όρων αποδοχής”
Χωρίς αξιολογικές κρίσεις, χωρίς την ανάγκη να μειώσουν την δυσφορία μας. Μπορεί να αρκεί να κάθονται εκεί και να μας κοιτάνε-ή απλά να μας ανέχονται όσο αδειάζουμε τα εσώψυχά μας. Μπορεί να είναι καθησυχαστική ακόμα και η σκέψη του ότι “κάποιος με αντέχει”. Η σκέψη του ότι κάποιος μπορεί να “διαχειριστεί” κάθε μας συναισθηματική κατάσταση. Να μας φερθεί, όχι σαν ένα πρόβλημα που πρέπει να επιλύσει ή ένα περίπλοκο αίνιγμα στο οποίο πρέπει να βρει την λύση, αλλά σαν έναν άνθρωπο με συναισθηματικές διακυμάνσεις.
Ίσως το να μην πεις τίποτα, και να μείνεις λίγο σιωπηλός ακούγοντας, να αποτελεί την πιο χρήσιμη συμβουλή που μπορείς να δώσεις. Στο κάτω κάτω της γραφής, μπορεί το άτομο που έχεις μπροστά σου, να ξέρει ακριβώς τι να κάνει. Να τα έχει όλα κανονισμένα. Να έχει φτιάξει το τέλειο σχέδιο. Να έχει το πιο οργανωμένο πρόγραμμα. Ή απλά να έχει πάρει την απόφαση ότι δεν ξέρει τίποτα.
Πάντως, είναι ανακουφιστικό να δει ότι υπάρχει ανοχή στην αμφιθυμία, αναγνώριση των δύσκολων συναισθημάτων κι όχι “κουκούλωμα”, ανοχή στην ανθρώπινη φύση της ανάγκης για ευαλωτότητα. Και το κλειδί σε όλα αυτά: αποδοχή, ενσυναίσθηση, άρση τοξικής θετικότητας και αντικατάσταση του “έλα, μην αγχώνεσαι”, από το “καταλαβαίνω ότι αγχώνεσαι”.










