ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΧΕΙΣ ΣΙΓΟΥΡΑ ΑΚΟΥΣΕΙ ΣΑΝ ΨΥΧΟΛΟΓΟΣ

1. Όχι, δεν ξέρω τι σκέφτεσαι αυτήν την στιγμή.
Ακόμα κι αν η επιστήμη της ψυχολογίας συνδέεται με μία ενόραση, εκείνη την ικανότητα να μπορείς να εντοπίζεις μοτίβα, προβλέποντας σε έναν βαθμό τι έπεται γνωστικά, θυμικά ή συμπεριφορικά, δεν πρόκειται για “μαγεία”. Δεν ξέρω πόσες σκηνές μπορώ να ανακαλέσω όπου κατά την πρώτη γνωριμία με κάποιον, η αντίδραση είναι:
– “Α, σπούδασες ψυχολογία;!”
– “Ναι!”
– “Άρα τώρα με ψυχολογείς;”
– (Μπερδεμένο βλέμμα)
– “Εννοώ, ξέρεις τι σκέφτομαι;”
– (Πιο μπερδεμένο βλέμμα- συνδυασμένο με μια νοερή εικόνα του εαυτού σου κρατώντας μία μωβ φωτιζόμενη μπάλα μέντιουμ).
Φαντάζει ίσως διασκεδαστικό να θεωρούμε ότι υπάρχει μια επιστήμη που έχει χαρτογραφήσει τόσο βαθιά το χάος και την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης συμπεριφοράς, σε βαθμό που “ξέρει τι σκέφτεσαι αυτήν την στιγμή”. Εσύ και άλλοι δισεκατομμύριοι άνθρωποι στον κόσμο, όλοι χαρακτηριζόμενοι από διαφορετικά μοτίβα, τρόπους να συνδέονται, στρατηγικές διαχείρισης δυσκολιών, σχήματα σκέψης και επιθυμίες. Αλλά δεν υπάρχει. Σίγουρα, όμως, υπάρχει κάτι επαρκές για να εκτιμήσει την μοναδικότητα της κάθε ύπαρξης, φέρνοντάς την ένα βήμα πιο κοντά στον αυθεντικό εαυτό της, μαλακώνοντας λίγο τις “άμυνες” και ακούγοντας ενεργητικά τα πάντα.
2. Όχι, δεν σε αξιολογώ όσο μιλάμε.
Ένα άλλο σύνηθες μοίρασμα, πάλι ερχόμενο στην επιφάνεια κατά τις πρώτες γνωριμίες, είναι εκείνο το:
– “… Και μετά αποφάσισα να φύγω αλλά λέω, άστο, δεν έχει νόημα, και εκνευρίστηκα, και…”
– (Θετικό γνέψιμο κεφαλιού και καθρέφτισμα συναισθήματος)
– “… Αλλά μισό, ξεχνάω ότι είσαι ψυχολόγος! Άρα τώρα εσύ αξιολογείς αυτά που λέω;”
Όχι. Γιατί αρχικά, όσο “κυνικό” κι αν ακουστεί, δεν το επιδιώκω. Και αυτήν την στιγμή, πίνω το ποτό μου, ακούγοντάς σε με όλη μου την άνευ όρων αποδοχή. απολαμβάνοντας τη στιγμή. Γιατί αν κάποια “υπόθεση” για τους ψυχολόγους είναι βάσιμη, είναι ότι μπορούμε-συνήθως-να μείνουμε λίγο στην στιγμή, να επικεντρωθούμε στο εδώ και στο τώρα, με συναίσθηση του “τι ακούμε, τι βλέπουμε, τι μυρίζουμε, τι αγγίζουμε, τι γευόμαστε”, σε μια προσπάθεια ενσυνειδητότητας (mindfulness). Και όπως ακριβώς δεν είναι σε καμιά πτυχή του ρόλου μας να “αξιολογούμε” με στεγανά δίπολα “καλό-κακό”, “σωστό-λάθος”, “ηθικό-ανήθικο”, έτσι δεν το κάνουμε και τώρα. Για αυτό, μοιράσου ό,τι ακριβώς έρχεται στο μυαλό σου και να είσαι σίγουρος ότι δεν κινδυνεύεις να λάβεις νοερά καμία “διάγνωση”, γιατί όσο τις φοβάσαι εσύ, άλλο τόσο επιφυλακτικοί είμαστε κι εμείς.
3. Όχι, δυστυχώς δεν μπορώ να μιλήσω μισή ώρα με τον τρίτο ξάδερφο του κολλητού σου και “να τον κάνω καλά”.
Έχω πια καταλήξει στο συμπέρασμα, ότι το επάγγελμα αυτό, εννοιολογούμενο από τρίτους, έρχεται με μια αίσθηση παντοδυναμίας, την εικόνα ενός ψυχολόγου που μπορεί να κάνει τα πάντα και που μισή ώρα αρκεί για να φέρει την αλλαγή. Πέρα από το αντιδεοντολογικό κομμάτι της συγκεκριμένης πρότασης, κάτι τέτοιο θα ήταν κάθε άλλο παρά αποτελεσματικό. Δεν πιάνουμε ανθρώπους, ανοίγουμε τα συναισθήματά τους, τα φέρνουμε στη επιφάνεια, αφήνουμε τον κυκεώνα να ξεχυθεί, και μετά παίρνουμε την τσάντα μας και φεύγουμε σαν να μην έγινε τίποτα.
Όπως δεν θα έλεγες στον γιατρό-φίλο σου “πετάξου δυο λεπτά να βγάλεις τις αμυγδαλές του ξαδέρφου του συναδέλφου μου γιατί είναι ανάγκη”, έτσι θα ήταν καλό να έχουμε στο νου μας ότι υπάρχει μια ολόκληρη διαδικασία, όρια που πρέπει να τηρηθούν, κανόνες που πρέπει να θεσπιστούν, και η ψυχολογία, εν προκειμένω η ψυχοθεραπεία, δεν αποτελεί μια παροχή που μοιράζεται “για πλάκα”, ελπίζοντας να φανούν αποτελέσματα. Αυτό έρχεται συνήθως με την παρανόηση ότι ο ψυχολόγος δίνει συμβουλές και η εν λόγω παρότρυνση συνοδεύεται με την προσθήκη “έλα να του πεις τι να κάνει”. Αυτό, φυσικά, εμπίπτει στην έννοια της κατευθυντικότητας, η οποία σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί ρόλο ενός ψυχολόγου.
4. Όχι, δεν είμαι πάντα τόσο χαρούμεν@ επειδή είμαι ψυχολόγος
Δεν ξέρω αν θα είναι κάποιου είδους ματαίωση του κοινού νου, αλλά οι ψυχολόγοι δεν είναι οι μονίμως χαρούμενοι άνθρωποι που έχουν μια λίστα με μαγικούς τρόπους να κάνουν και σένα χαρούμενο, ευτυχισμένο, ενθουσιασμένο και η λίστα συνεχίζεται. Η επιστήμη της ψυχολογίας είναι εδώ, όχι για να σε μάθει να κάνεις “gas-lighting” στον ίδιο σου τον εαυτό, σε μια ψευδαίσθηση ότι είσαι χαρούμενος, αλλά για να αφήσεις όλο το εύρος των συναισθημάτων σου να εκφράσουν το μερίδιό τους. Να σου πουν αυτά που θέλουν. Να συμφιλιωθείς μαζί τους, κουβαλώντας τα σαν μια ολότητα που δεν σε καθορίζει αλλά αποτελεί κομμάτι σου με το οποίο μαθαίνεις να ζεις αγκαζέ. Φυσικά, αυτό το στάδιο της χαράς είναι εφικτό-και αλίμονο, είναι πλήρως κατανοητό ότι αποτελεί κάτι το επιθυμητό-αλλά έρχεται με την αποδοχή. Και η αποδοχή έρχεται με έναν κάποιον αγώνα. Αγώνα συμφιλίωσης διαφορετικών μερών του εαυτού σε ένα αρμονικό συνεχές, στην αιώνια “διαδικασία” που συνιστά η κάθε ύπαρξη.
Και μάλλον, αυτή η τόσο επιθυμητή “χαρά”, δεν είναι ακριβώς χαρά αλλά “αρμονία”. Έλλειψη ανάγκης να κρύβω από τον εαυτό μου κομμάτια του. Να πασχίζω να συντονίσω το ποιος είμαι, με το ποιος θέλω να είμαι και το ποιος πρέπει να είμαι. Και τελικά, να “είμαι” ό,τι πιο βαθιά θέλω να είμαι, κάτι που μπορεί να ποικίλει ανά μέρες, να φέρει συναισθηματικές διακυμάνσεις, “πάνω και κάτω”, παραγωγικότητα ή αδράνεια, ανάγκη για σύνδεση ή και χρόνο με μένα, αλλά να “είναι εντάξει”.
Γιατί δεν δίνεις αναφορά σε κάποιον εσωτερικό κριτή που σε βαθμολογεί και γράφει στο απουσιολόγιο όλες εκείνες τις ημέρες που δεν ήσουν απόλυτα όπως θα ήθελες να ήσουν. Που δεν έβαλες το πολυπόθητο “τικ” σε κάθε κομμάτι της “To Do List” σου. Και κάπως, φτάνεις στο σημείο να είσαι εντάξει με ό,τι έρχεται στην διαδρομή, ακόμα και με το γεγονός ότι τελικά, δεν είσαι εντάξει με κάτι που θα ήθελες να ήσουν εντάξει. Και είναι εντάξει. Όχι με την παραδοσιακή έννοια του “εντάξει = εν + τάξη” γιατί η “τάξη” δεν αποτελεί κανένα προαπαιτούμενο. Πιο πολύ, προσλαμβανόμενο σαν ένα “χάος”, που γίνεται ¨οριοθετημένο χάος” και μαθαίνεις να το διαχειρίζεσαι και να το τοποθετείς στην καθημερινή σου δράση, όντας τελικά εντάξει.










