ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ, Ο ΕΡΑΣΤΗΣ ΤΩΝ MEDIA

Λίγα λόγια για το μύθο… (κάτι σαν πρόλογος)
Ο Νάρκισσος είναι μία τραγική μορφή. Το παιδί ενός βιασμού, αφού ο πατέρας του, ο Κηφισός, εγκλώβισε τη Νύμφη Λεριώτη στα νερά του και την άφησε έγκυο. Όταν γεννήθηκε, η μητέρα του έμαθε από τον μάντη Τειρεσία, πως το παιδί της θα ζούσε ως τα βαθιά γεράματα, αρκεί να μην έβλεπε τον εαυτό του. Μεγαλώνοντας γινόταν τόσο όμορφος, που προκαλούσε τον θαυμασμό τον γύρω του. Ο Νάρκισσος κυκλοφορούσε, κυρίως μέσα στα δάση και ασχολιόταν με το κυνήγι.
Όλες οι Νύμφες τον ήθελαν, όμως εκείνος τις αγνοούσε. Η Νέμεσις εκνευρισμένη από την απόρριψη, τον καταράστηκε, ώστε το μοναδικό άτομο, το οποίο θα μπορούσε να ερωτευτεί στη ζωή του να είναι μόνο ο εαυτός του. Έτσι, ο χρησμός του Τειρεσία άρχισε να γίνεται πράξη.
Μια μέρα, καθώς ο Νάρκισσος περιδιάβαινε μέσα στο δάσος, τον είδε η Νύμφη Ηχώ. Η Ηχώ είχε τιμωρηθεί από την Ήρα για τη βοήθεια, που συνεισέφερε, ώστε να μη μιλάει κανονικά και να λέει μόνο τις τελευταίες λέξεις μίας φράσης, να επαναλαμβάνει τα λόγια των άλλων, δηλαδή. Όπου κι αν πήγαινε ο Νάρκισσος, η Ηχώ τον ακολουθούσε σιωπηλά. Κάποια μέρα, ενώ εκείνος κυνηγούσε ελάφια, άκουσε φασαρία. Εκείνος της είπε να πάει κοντά του, μόλις αυτή πλησίασε, την σπρώχνει μακριά. Η Νύμφη απογοητευμένη από τη συμπεριφορά του ανεκπλήρωτου έρωτά της, έκλαιγε ασταμάτητα. Εκείνος, ωστόσο συνέχισε αμέριμνος τη βόλτα του στο δάσος, ώσπου σε ένα ξέφωτο αντίκρισε μία λίμνη. Όταν έσκυψε μπροστά στη λίμνη, είδε να καθρεφτίζεται το είδωλό του και μαγνητίστηκε από την ομορφιά του. Έμεινε σε αυτό το σημείο για μέρες. Η Ηχώ βλέποντάς τον σε αυτή την κατάσταση προσπάθησε να τον προειδοποιήσει. Εκείνος την αγνόησε. Κάποια στιγμή ο Νάρκισσος επιχείρησε να αγγίξει το όμορφο πρόσωπο, που αντανακλούσαν τα νερά της λίμνης, και έπεσε και πνίγηκε. Η Ηχώ θρηνούσε για πολύ καιρό τον αγαπημένο της. Τότε ο Δίας, επειδή τη λυπήθηκε τη μεταμόρφωσε σε φωνή και το Νάρκισσο σε λουλούδι.[1]
Ο Εραστής της Τεχνολογίας…
Ο Μάρσαλ ΜακΛούαν στο βιβλίο του “Media, οι προεκτάσεις του ανθρώπου” έχει αφιερώσει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στην ανάλυση του μύθου[2]. Ουσιαστικά, ο ΜακΛούαν παίρνει τα πράγματα από την αρχή. Νάρκισσος, όπως λέμε Νάρκωσις, ύπνος δηλαδή, ή μούδιασμα. Ο Νάρκισσος, μόλις αντίκρισε το είδωλό του στο νερό, μούδιασε από την εικόνα. Νόμιζε, ότι μπροστά του είχε ένα «άλλο πρόσωπο». Στην πραγματικότητα, όμως πάγωσε από την ίδια την προέκταση του εαυτού του. Έγινε ένα μηχανιστικό στοιχείο της αναπαραγόμενης εικόνας του. Ανώφελα, η Ηχώ προσπάθησε με τα ίδια του, τα λόγια προσπάθησε να τον βοηθήσει, να τον «σώσει». Εκείνος είχε αποκοπεί πλήρως από τον εξωτερικό κόσμο, είχε γίνει ένα κλειστό σύστημα. Αυτό είναι το κεντρικό σημείο, στο οποίο εστιάζει ο Μάρσαλ ΜακΛούαν, στο γεγονός, ότι οι άνθρωποι μαγεύονται από κάθε είδους προέκταση του εαυτού τους, σε οποιοδήποτε υλικό, που είναι έξω από αυτούς. Αν και κάποιοι κυνικοί ισχυρίζονται, πως οι περισσότεροι άντρες τείνουν να ερωτεύονται τις γυναίκες, που τους μοιάζουν, που «επιστρέφουν» την εικόνα τους, ο συγγραφέας αντιτίθεται σε αυτόν τον ισχυρισμό. Για να ενισχύσει τη θέση του, εξηγεί, ότι σε καμία περίπτωση, η φιλοσοφία του μύθου δεν είναι, ότι ο Νάρκισσος ερωτεύτηκε κάτι, που θεωρούσε προέκταση του εαυτού του. Τα συναισθήματά του θα ήταν διαφορετικά, αν είχε τη γνώση του εαυτού του, πως η αντανάκλαση ήταν μια επανάληψη του ιδίου. Είναι ενδεχομένως ένα στερεοτυπικό δείγμα της τεχνολογικής και ναρκωτικής μας κουλτούρας, ότι από παλιά, υπάρχει η πεποίθηση, πως ο Νάρκισσος ερωτεύτηκε το είδωλό του.
Από πλευρά φυσιολογίας, κάθε προέκταση του εαυτού μας γίνεται αντιληπτή ως ένας αυτοακρωτηριασμός, είναι ένα είδος τεχνητής κατάστασης, η οποία υποδηλώνει καταστάσεις της καθημερινής ζωής, όπως ερεθισμοί και στρες, υπό ελεγχόμενες συνθήκες. Με αυτόν τον τρόπο προσπαθούμε να βοηθήσουμε τον εαυτό μας, τον προστατεύουμε από αυτά που συμβαίνουν και δε δυνάμεθα να τα διαχειριστούμε. Αυτό είναι το ουσιώδες στο μύθο. Η εικόνα του νεαρού είναι ένας αυτοακρωτηριασμός, προκλήθηκε ένα γενικευμένο μούδιασμα επιβαλλόμενο από πιέσεις. Ο αυτοακρωτηριασμός είναι και μία διαδικασία που πέρα από την άμεση ανακούφιση, την οποία προσφέρει, απαγορεύει και την αυτοαναγνώριση και απομακρύνει τον πόνο. Για τον ΜακΛούαν κάθε τεχνολογία- εφεύρεση είναι μία προέκταση, ένας αυτοακρωτηριασμός του φυσικού σώματος. Ακόμη και το κάθε όργανο ξεχωριστά, το οποίο σε τέτοιες περιστάσεις λειτουργεί ως κλειστό σύστημα. Έτσι λοιπόν, αντίστοιχα αποχωρίζεται το άτομο τη Φαντασία και «κλειδώνεται» στην εικόνα του. Ο άνθρωπος παράλληλα, υιοθετεί τις νέες τεχνολογίες και συνδέεται μαζί τους, μετεξελίσσεται σε όργανο αναπαραγωγής του μηχανικού κόσμου, ο οποίος τον βοηθάει να αναπτυχθεί και να διευρυνθεί. Η ηλεκτρονική εποχή, που ζούμε, καταλήγει ο ΜακΛούαν, ότι είναι και η εποχή της συνείδησης του ασυνειδήτου, με αποτέλεσμα ο άνθρωπος να αντιλαμβάνεται ως προέκταση του φυσικού του σώματος.
ΠΗΓΕΣ
[2] ΜακΛούαν Μάρσαλ, (Δεκέμβριος 1990). Media, οι προεκτάσεις του ανθρώπου. Αθήνα, Εκδόσεις: Κάλβος, σελ. 65-72.











