ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΑΝΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στο συγκεκριμένο άρθρο σας παρουσιάζουμε με γιορτινή διάθεση ήθη, έθιμα και παραδόσεις από όλη την Ελλάδα για τις ημέρες των Χριστουγέννων.
ΘΡΑΚΗ

Τις μέρες των Χριστουγέννων έρχονται στο μυαλό και στη σκέψη οι εικόνες που κυριαρχούσαν στη διάρκεια του Δωδεκαημέρου και κυρίως στα Χριστούγεννα. Ήθη, έθιμα και κυρίως τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια, που στη Θράκη ήταν πάρα πολλά. Κάθε χωριό είχε τα δικά του τραγούδια, διαφορετικά και ξέχωρα από το διπλανό. Πολλά και τα έθιμα τόσο από τον θρησκευτικό κύκλο όσο και από τον κύκλο των μεταμφιέσεων. Η Θράκη δικαιολογημένα κατέχει την πρωτιά στο μεγάλο αριθμό χριστουγεννιάτικων τραγουδιών. Αφού μόνο η Μάνη, χωριό της επαρχίας Διδυμοτείχου, έχει να μας παρουσιάσει 47 χριστουγεννιάτικα τραγούδια. Στη Θράκη τα παιδιά μέχρι το 1930 και λίγο αργότερα, από βδομάδες μπροστά και σαν έμπαινε η Σαρακοστή για τα Χριστούγεννα, άρχιζαν να ετοιμάζονται για τα «Κόλιαντα», κάνοντας πρόβες, φωνάζοντας στις γειτονιές κάθε βράδυ σχεδόν. Έτσι το πρωί της παραμονής των Χριστουγέννων, πανέτοιμα πλέον, με τις ομάδες τους ξεχύνονταν στα θεοσκότεινα σοκάκια του χωριού, κρατώντας στα χέρια τους χοντρά και μακριά ξύλα, τις «τσουμάκες». Τα ξύλα αυτά δεν ήταν μόνο σύμβολο της γιορτής, που συμβολίζανε τα ραβδιά των ποιμένων της Βίβλου. Ήταν τα προστατευτικά τους μέσα από τις επιθέσεις των σκυλιών. Μ’ αυτές επίσης θα χτυπούσαν τις πόρτες των σπιτιών, για να τους ανοίξουν. Στα χωριά των προσφύγων από την Ανατολική Θράκη τα παιδιά (πάντα τα αγόρια) έλεγαν τα δικά τους “κόλιαντα”, σαν αυτό που λένε ακόμα στο Φυλακτό, χωριό του Δήμου Τυχερού, του νομού Έβρου. Στη Νέα Βύσσα, της επαρχίας Ορεστιάδας, τα μικρά παιδιά, κρατώντας το καθένα από μακριά βέργα, που στην άκρη κατέληγε σε θύσανο, την παραμονή των Χριστουγέννων. Τα πολύ μικρά «τραγούδια» ,κατάλληλα όμως για την ηλικία τους, τα λέγανε τα αγοράκια από τις πρώτες πρωινές ώρες της παραμονής μέχρι το μεσημέρι. Από εκεί και μετά είχαν το λόγο οι παρέες των μεγάλων παιδιών, των παλικαριών, που τραγουδούσαν τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια τους από το βράδυ της παραμονής, όλη τη νύχτα μέχρι και ολόκληρη την πρώτη μέρα των Χριστουγέννων. Κάθε χωριό, βέβαια, είχε και τα δικά του χριστουγεννιάτικα τραγούδια, που διαφέρανε από τα γειτονικά χωριά τόσο στη μελωδία όσο και στα λόγια. Η ποίηση των ημερών αυτών στη Θράκη είναι χωρίς σχήματα, είναι αληθινή, γεμάτη έξαρση κι αρμονία. Η λαϊκή μούσα τραγουδά τον αγιοβασίλη με χαρτί και καλαμάρι και τον καλεί να καθίσει και να τραγουδήσει με το λαό μαζί. Στο τραγούδισμα των καλάντων πολλές φορές μεσολαβούν και διωξίματα. Δεν ανοίγουν οι πόρτες παρ’ όλα τα χτυπήματα, αλλά και τα παιδιά ξέρουν να εκδικούνται με ωραία σκωπτικά στιχουργήματα. Γενικά τα Θρακικά κάλαντα είναι τα καλύτερα ανάμεσα στα πανελλήνια. Με την ποιητική τους ομορφιά αποτελούν άξια στολίδια της νεοελληνικής λαϊκής μούσας σε όλο το πανελλήνιο.
“Ρουγκάτσια”

Στο Πύθιο του Έβρου τα μικρά παιδιά έβγαιναν στους δρόμους του χωριού για να πουν τα “κόλιαντα” μια μέρα νωρίτερα από την παραμονή των Χριστουγέννων, δηλαδή στις 23 Δεκεμβρίου. Τα αγοράκια, από νωρίς το πρωί, ξεχύνονταν στα σοκάκια του χωριού και φώναζαν: “Kόλιντα,μπάμπου τσικ,τσικ,τσικ …;.” Ανήμερα τα Χριστούγεννα τα παλικάρια του χωριού χωρίζονταν σε μικρές ομάδες και γύριζαν όλα τα σπίτια. Την κάθε ομάδα την αποτελούσαν τέσσερα άτομα. Στο δρόμο λέγανε τραγούδια του δρόμου και μέσα στο σπίτι το: «Σαράντα μέρις έχουμι Χριστό που καρτερούμε …;» Τα Ρουγκάτσια, δηλαδή οι παρέες των παλικαριών, όταν έμπαιναν στο σπίτι κάθονταν, όπου τους έβαζαν οι νοικοκυραίοι, και τραγουδούσαν εναλλάξ δυο-δυο το παραπάνω τραγούδι. Κι αυτό για να “ξεκουράζουν” τη φωνή τους. Γιατί το τραγούδι ήταν πολύ μεγάλο, χωρίς ενδιάμεσα “ξεκουράσματα”, και θα δυσκολεύονταν να τα βγάλουν πέρα. Εξάλλου έπρεπε να τραγουδήσουν σε πολλά σπίτια και μέχρι αργά το βράδυ της μέρας των Χριστουγέννων. Όταν θα ‘ρχονταν τα Ρουγκάτσια στο σπίτι έπρεπε όλα τα μέλη της οικογένειας να βρίσκονται εκεί. Σπίτι κλειστό τα Ρουγκάτσια δεν έπρεπε να βρουν. Το’χανε σε κακό. Κάθονταν, τραγουδούσαν, έπαιρναν το κέρασμά τους, το φιλοδώρημά τους (χρήματα) και φεύγανε για άλλο σπίτι.
“Χριστόκλουρα”

Οι γυναίκες των Σαρακατσάνων στη Θράκη συνήθιζαν να ζυμώνουν και να φτιάχνουν τη “Χριστόκλουρα”, η οποία είναι κεντημένη. Τα κεντήματα στη “Χριστόκλουρα” αναπαριστούν πρόβατα, άλογα, τη στάνη, τη στρούγκα και άλλα στοιχεία του παλαιού καθημερινού τους βίου. Τη “Χριστόκλουρα” την τρώνε όλοι μαζί με μέλι, περιμένοντας τη γέννηση του Χριστού. Στο τραπέζι των Θρακιωτών ακόμη και σήμερα, το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, βρίσκονται εννέα διαφορετικά τρόφιμα, που το καθένα συμβολίζει στιγμές της καθημερινότητας. Το έθιμο των Μπαμουσιαραίων στο Ρήγιο της επαρχίας Διδυμοτείχου αναβιώνει τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων. Δύο παλικάρια μεταμφιέζονται το ένα σε μπαμπουσιάρο και το άλλο σε γυναίκα του μπαμπούσιαρου. Το πρώτο φορά μια νεροκολοκύθα στο πρόσωπο με τρύπες στα μάτια και στο στόμα, προβιές προβάτων και κρεμά στη μέση κουδούνια και στη ζώνη του ένα μεγάλο μαχαίρι. Ζουρνατζήτδες ή γκαϊντατζήδες συνοδεύουν το ζευγάρι καθώς και ένα νταουλτζή. Η άγρια και χαρακτηριστική μουσική των οργανοπαιχτών ξεσηκώνει όλο το χωριό.
Το Χριστόξυλο

Στα χωριά της βόρειας Ελλάδας, από τις παραμονές των εορτών ο νοικοκύρης ψάχνει στα χωράφια και διαλέγει το πιο όμορφο, το πιο γερό , το πιο χοντρό ξύλο από πεύκο ή ελιά και το πάει σπίτι του. Αυτό ονομάζεται Χριστόξυλο και είναι το ξύλο που θα καίει για όλο το δωδεκαήμερο των εορτών (από τα Χριστούγεννα μέχρι και τα Φώτα) στο τζάκι του σπιτιού. Πριν ο νοικοκύρης φέρει το Χριστόξυλο, κάθε νοικοκυρά φροντίζει να έχει καθαρίσει το σπίτι και με ιδιαίτερη προσοχή το τζάκι , ώστε να μη μείνει ούτε ίχνος από την παλιά στάχτη. Καθαρίζουν ακόμη και την καπνοδόχο , για να μη βρίσκουν πατήματα να κατέβουν οι καλικάντζαροι, τα κακά δαιμόνια, όπως λένε στα παραδοσιακά χριστουγεννιάτικα παραμύθια. Έτσι το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων , όταν όλη η οικογένεια θα είναι μαζεμένη γύρω από το τζάκι , ο νοικοκύρης του σπιτιού ανάβει την καινούρια φωτιά και μπαίνει στην πυροστιά το Χριστόξυλο. Ο λαός λέει ότι καθώς καίγεται το Χριστόξυλο , ζεσταίνεται ο Χριστός , εκεί στην κρύα σπηλιά της Βηθλεέμ. Σε κάθε σπιτικό, οι νοικοκυραίοι προσπαθούν το Χριστόξυλο να καίει μέχρι τα Φώτα.
Οι μωμόγεροι

Η λαϊκή φαντασία οργιάζει στην κυριολεξία σχετικά με τους καλικάντζαρους, που βρίσκουν την ευκαιρία να αλωνίσουν τον κόσμο από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα, τότε δηλαδή που τα νερά είναι “αβάφτιστα”. Η όψη τους τρομακτική, οι σκανδαλιές τους απερίγραπτες και ο μεγάλος φόβος τους η φωτιά. Στις περιοχές της Μακεδονίας, Θράκης και Θεσσαλίας εμφανίζεται το έθιμο των μεταμφιέσεων, που φαίνεται πως έχει σχέση με τους καλικάντζαρους. Οι μεταμφιεσμένοι, που λέγονται Μωμόγεροι, Ρογκάτσια ή Ρογκατσάρια, φοράνε τομάρια ζώων (λύκων, τράγων κ.λ.π.) ή ντύνονται με στολές ανθρώπων οπλισμένων με σπαθιά. Γυρίζουν στο χωριό τους ή στα γειτονικά χωριά, τραγουδούν και μαζεύουν δώρα. Όταν συναντηθούν δυο παρέες κάνουν ψευτοπόλεμο μεταξύ τους, ώσπου η μία ομάδα να νικήσει και η άλλη να δηλώσει υποταγή.
Οι καλικάτζαροι
Ο μυλωνάς και τα καλικαντζαράκια. Λένε ότι το Δωδεκαήμερο κάθε νύχτα κυκλοφορούν οι καλικάτζαροι στους δρόμους και στα σπιτικά. Μα τι είναι αυτοί; Είναι αερικά, λέγανε οι γιαγιάδες πιο παλιά. Ο λαός μας τους βλέπει σαν κάτι μαυριδερά, ψηλά και ξερακιανά όντα που χορεύουνε και σαλταπηδούνε. Όλο το χρόνο βρίσκονται κάτω από τη γη, στον κάτω κόσμο και ζηλεύουνε τον απάνω κόσμο.
Η ροδιά των Χριστουγέννων

Γι’ αυτό, άλλοι με πριόνια και τσεκούρια κι άλλοι με μπαλτάδες, βάζουν όλη τους τη δύναμη, να κόψουν τους στύλους, που πάνω σ’ αυτούς στηρίζεται η γη, για να την κάνουνε να βουλιάξει. Όταν φθάνει το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, από φόβο μη βουλιάξει η γη και τους πλακώσει, φεύγουν ευθύς, κι ανεβαίνουν πάνω στη γη για να τυρρανέψουν τον κόσμο. Έτσι οι καλικάτζαροι γυρίζουν στους δρόμους, ανεβαίνουν στα κεραμίδια και καμιά φορά, όπως λένε, μπαίνουν από το τζάκι σε κανένα σπίτι που δεν είχαν θυμιάσει οι νοικοκυραίοι του. Γι’ αυτό, για καλό και για κακό, εκείνες τις μέρες φροντίζουνε και φράζουνε τις τρύπες των τζακιών με πανιά. Ακόμα καίνε λιβάνι σε θυμιατό και το τοποθετούν στο τζάκι, γιατί οι καλικάτζαροι δεν αντέχουν αυτή τη μυρωδιά.. Διηγιότανε μια γυναίκα πως αφού ετοίμασε τα γλυκά της – βασιλόπιτες, κουραμπιέδες, μελομακάρονα – είδε από το παράθυρο πως ξημέρωσε. Όμως είχε ξεγελαστεί από το φεγγάρι, γιατί λένε “του Γενάρη το φεγγάρι παρά λίγο να ‘ναι μέρα”. Έτρεξε και ξύπνησε τα παιδιά της για να τα στείλει με τα γλυκά στο φούρνο. Τα παιδιά σηκώθηκαν. Όμως η αυγή αργούσε να ‘ρθει και ξαφνικά σ’ έν τρίστρατο ακούσαν φωνές και γέλια. Σε μια στιγμή γέμισε ο δρόμος καλικάτζαρους. Άρπαξαν τα παιδιά τους πετάξανε ότι κρατούσανε και αρχίσανε ένα διαβολικό χορό τραγουδώντας:
– Ω!… στραβά ταψιά, με τα ψεύτικα ψωμιά, άλλα με τα άσχημα, πηδάτε, μπρε μπαγάσικα.
Την ώρα που λάλησε ο πρώτος πετεινός, εξαντλημένοι οι καλικάτζαροι αφήσανε τα ταψιά στα κεραμίδια ενός σπιτιού, κι αρχίσανε να τρέχουνε με στριγγλιές και γέλια, βγάζοντας έξω τις γλώσσες τους “που ‘ναι κόκκινες σαν φλογίτσες φωτιάς” και κουνούσανε τις ουρές τους σαν το “φυσερό” εδώ και εκεί.
Σαν ξημέρωσε και βγήκαν τα τρία παιδιά μισολιπόθυμα, χωρίς να έχουν δυνάμεις να σηκωθούν. Τα κουνήσανε, τα ραντίσανε αγιασμό και όταν συνήλθανε, διηγήθηκαν τι τους είχαν κάνει οι καλικάτζαροι.
Ξάνθη: “Γκουχτός” – “Ξάσ'” – “Πίττα γλυκειά” – “Χριστόψουμου”

Τα σπίτια λαμποκοπούν από καθαριότητα. Οι Ξανθιώτισσες είναι πολύ νοικοκυρές. Έχουνε φροντίσει, για όλα. Το βραδινό τραπέζι πρέπει να χει δώδεκα είδη φαγώσιμα, «για τα δουδικάμιρα» (— δωδεκάμερα). Απαραίτητος είναι “η γκουχτός”. Είναι χοντραλεσμένο σιτάρι – αλέθεται στο χερόμυλο, – πού το βράζουν καλά και γίνεται πιλάφι. Τίποτε δεν προσθέτουν, εκτός από καρύδι κοπανισμένο – από πάνω. Ο “γκουχτός” μπαίνει στη μέση του τραπεζιού και του τοποθετούν μιαν αναμμένη λαμπάδα. Όταν καθίσουν στο τραπέζι, πρώτα θα θυμιάσει η νοικοκυρά κι έπειτα θα κόψουν το “Χριστόψουμου”. Ο γεροντότερος το παίρνει, το τοποθετεί στο κεφάλι του και το τραβά, ως που να κοπεί. Μέσα έχει παρά. Το μοιράζει γύρω κόβοντας με το χέρι και σ’ όποιον πέσει ο παράς είναι τυχερός. Τρώνε πρώτα από μια κουταλιά «γκουχτό» και συνεχίζουν, με τα άλλα νηστήσιμα
Πηγή: e-evros.gr
ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

Σπόρδισμα των φύλλων

Στο νησί της Θάσου μέχρι σήμερα ακόμα οι οικογένειες κρατούν ένα πολύ παλιό έθιμο είναι το σπόρδισμα των φύλλων και γίνεται ως εξής :Κάθονται όλοι γύρω από το αναμμένο τζάκι, τραβούν την ανθρακιά προς τα έξω και ρίχνουν γύρω στ’ αναμμένα κάρβουνα, φύλλα ελιάς, βάζοντας στο νου τους από μια ευχή, χωρίς όμως να την πουν στους άλλους. Όποιου το φύλλο γυρίσει περισσότερο, εκείνου θα πραγματοποιηθεί και η ευχή του.
«Αράπηδες»



Το τάισμα της βρύσης

Οι κοπέλες, τα χαράματα των Χριστουγέννων, αλλού την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, πηγαίνουν στην πιο κοντινή βρύση “για να κλέψουν το άκραντο νερό” (άκραντο, δηλαδή αμίλητο, γιατί δε βγάζουν λέξη σ’ όλη τη διαδρομή). Αλείφουν τις βρύσες του χωριού με βούτυρο και μέλι, με την ευχή όπως τρέχει το νερό να τρέχει και η προκοπή στο σπίτι τον καινούργιο χρόνο και γλυκιά να είναι και η ζωή τους. Για να έχουν καλή σοδειά, όταν φτάνουν εκεί, την “ταΐζουν”, με διάφορες λιχουδιές, όπως βούτυρο, ψωμί, τυρί, όσπρια ή κλαδί ελιάς. Όποια θα πήγαινε πρώτη στη βρύση, αυτή θα ήταν και η πιο τυχερή ολόκληρο το χρόνο. Έπειτα ρίχνουν στη στάμνα ένα βατόφυλλο και τρία χαλίκια, “κλέβουν νερό” και γυρίζουν στα σπίτια τους πάλι αμίλητες μέχρι να πιούνε όλοι από το άκραντο νερό. Με το ίδιο νερό ραντίζουν και τις τέσσερις γωνίες του σπιτιού, ενώ σκορπούν στο σπίτι και τα τρία χαλίκια.
Τα Μπαμπαλιούρια

Στο Λιβάδι Ελασσόνας, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς τα παιδιά βγαίνουν στους δρόμους τραγουδώντας τα Αγιοβασιλιάτικα κάλαντα και φωνάζοντας “Σουρβάσο”. Την ημέρα της Πρωτοχρονιάς ο επισκέπτης μπορεί να δει στο δρόμο τα “Μπαμπαλιούρια”. Τα “Μπαμπαλιούρια” είναι ένα Πρωτοχρονιάτικο έθιμο, που έχει τις ρίζες του στη Διονυσιακή λατρεία και αναβιώνει και στις μέρες μας. Η στολή τους αποτελείται από το “σαλβάρι”, ένα μάλλινο άσπρο παντελόνι, το οποίο στερεώνουν στη μέση με μια μάλλινη άσπρη ζώνη. Το πουκάμισο που φορούν από πάνω είναι συνήθως άσπρο με φαρδιά μανίκια σαν εκείνο των τσολιάδων. Στα πόδια φορούν άσπρες καλτσοδέτες και τσαρούχια. Στη μέση φορούν ένα χοντρό μάλλινο ύφασμα, διπλωμένο πολλές φορές, όπου επάνω δένουν τα μεγάλα και βαριά κουδούνια. Στο κεφάλι φορούν ειδική μάσκα, από προβιά ζώου, τη λεγόμενη “φουλίνα”. Η μάσκα αυτή είναι άσπρη ή μαύρη και έχει τρία ανοίγματα, δύο στα μάτια και ένα στο στόμα. Στα χέρια κρατούν ένα ξύλινο κυρτό σπαθί που συμπληρώνει τη φορεσιά του κάθε “Μπαμπαλιούρη”. Έτοιμα πλέον τα “Μπαμπαλιούρια” περιμένουν να τελειώσει η Θεία Λειτουργία για να ξεχυθούν στους δρόμους. Μαζί τους είναι πάντα ο “αδελφογύρτης” ο οποίος κρατάει έναν κουμπαρά και μαζεύει τα χρήματα που προσφέρει ο κόσμος. Πριν ακόμη τελειώσει η Πρωτοχρονιάτικη Θεία Λειτουργία οι “Μπαμπαλιούρηδες” έχουν πάρει θέση έξω από τις τρεις ενορίες του χωριού. Βγαίνοντας ο κόσμος από την εκκλησία τους συναντά και αιφνιδιάζεται αφού περνούν το σπαθί στη μέση τους και δεν αφήνουν κανέναν να περάσει αν δεν βάλει χρήματα επάνω σ’ αυτό. Μόλις βάλουν τα χρήματα τα παίρνει ο αδελφογύρτης και τους εύχεται Καλή Χρονιά. Μετά τις εκκλησίες τα “Μπαμπαλιούρια” πηγαίνουν στην πλατεία, και με το δυνατό θόρυβο που προκαλούν τα κουδούνια τους, τραβούν την προσοχή των ντόπιων και ξένων επισκεπτών. Φεύγοντας από εκεί, περνούν από τα καφενεία και τις καφετέριες του χωριού, και έπειτα ξεχύνονται στους δρόμους μέχρι αργά το βράδυ. Αυτό το έθιμο έχει σαν σκοπό να διώξει τα κακά πνεύματα, και να είναι ήσυχη και χαρούμενη η καινούρια χρονιά. Το μεσημέρι της Πρωτοχρονιάς σε όλα τα σπίτια κόβεται η κρεατόπιτα με το χρυσό φλουρί, το άχυρο και το πουρνάρι σε τόσα κομμάτια όσα είναι και τα μέλη της οικογένειας. Όποιος βρει το φλουρί θεωρείται ο τυχερός της καινούριας χρονιάς και λέγεται ότι θα ζήσει πλούσια. Όποιος βρει το άχυρο λένε ότι θα παντρευτεί γεωργό και όποιος βρει το πουρνάρι θα παντρευτεί βοσκό.
Η Γουρουνοχαρά

Ένα από τα σημαντικότερα χριστουγεννιάτικα έθιμα σε πολλές περιοχές της Ελλάδος και της Θεσσαλίας είναι η γουρουνοχαρά ή γρουνουχαρά. Λέγεται πως, οι οικογένειες αγόραζαν το γουρούνι, από το μήνα Μάιο και το συντηρούσαν με κολοκύθια και πίτυρα, σε νερό, είτε στο ποτάμι. Το γουρούνι ήταν απαραίτητο για ένα αγροτικό σπίτι, καθώς από το γουρούνι έπαιρναν τη λίπα, το κρέας, τα λουκάνικα κι έφτιαχναν τα γουρνοτσάρουχα. Αποτελούσε ντροπή για το σπίτι εκείνο, που δεν είχε γουρούνι, καθώς θεωρούνταν παρακατιανό, φτωχό κι ανοικοκύρευτο. Η προετοιμασία για το σφάξιμο του γουρουνιού γινόταν με εξαιρετική φροντίδα, για κάθε σφαγή μεγάλου γουρουνιού απαιτούνταν 5-6 άνδρες, ενώ επακολουθούσε γλέντι μέχρι τα ξημερώματα, για να επαναληφθεί η ίδια διαδικασία την επόμενη και τη μεθεπόμενη μέρα. Οικογένειες, συνήθως συγγενικές, καθόριζαν με τη σειρά ποια ημέρα θα έσφαζε το γουρούνι της. Επειδή όμως η όλη εργασία είχε ως επακόλουθο το γλέντι και τη χαρά, γι’ αυτό και η ημέρα αυτή καθιερώθηκε ως “γουρουνοχαρά ή γρουνουχαρά”. Όταν μάλιστα προσκαλούσαν κάποιον την ημέρα αυτή, δεν έλεγαν “έλα να σφάξουμε το γουρούνι”, αλλά “έλα, έχουμε γουρουνοχαρά”. Το σφάξιμο των γουρουνιών δεν συνέπιπτε τις ίδιες ημερομηνίες κατά περιφέρειες. Σε άλλες περιοχές τα έσφαζαν 5-6 ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα και σε άλλες άρχιζαν από την ημέρα των Χριστουγέννων και μετά, ανάλογα με την παρέα. Τα περισσότερα γουρούνια σφάζονταν στις 27 Δεκεμβρίου, ημέρα του Αγίου Στεφάνου. Γι’ αυτό και η γιορτή αυτή ονομαζόταν “γρουνοστέφανος ή γουρουνοστέφανος”. Υπάρχουν όμως και μικρές περιοχές που τα έσφαζαν ένα μήνα ή και περισσότερο, μετά τα Χριστούγεννα. Κατά το έθιμο, νοικοκυρά έδινε μικρή ποσότητα αναμμένης στάχτης και θυμίαμα στο σφαγέα, ο οποίος, αφού θυμιάτιζε τους εργαζόμενους και όλους τους άλλους, για να έχουν την ευλογία του Χριστού και να εξαφανιστούν οι καλικάντζαροι, έριχνε τη στάχτη με το θυμίαμα στο λαιμό του γουρουνιού, για να είναι ευλογημένο και καλό το κρέας του. Ένας άλλος έπαιρνε λίγο αίμα κι επάλειφε τα μικρά παιδιά στο πρόσωπο για να είναι γερά, ανθεκτικά στους ψύλλους, στις αρρώστιες, και να μην επηρεάζονται από τα κακά πνεύματα. Στη συνέχεια, οι άνδρες έγδερναν το γουρούνι, και το δέρμα, αφού το αλάτιζαν, το δίπλωναν στα τέσσερα και το κρατούσαν για να φτιάξουν τα γουρνοτσάρουχα για τις καλοκαιρινές δουλειές τους. Μετά το γδάρσιμο, άρχιζε το κόψιμο του λίπους (παστού), για να γίνει έπειτα το κόψιμο του κρέατος σε μικρά τεμάχια. Το λίπος αυτό, αφού το έλιωναν πρώτα, το έβαζαν σε δοχεία λαδιού ή πετρελαίου και αφού πάγωνε, διατηρούνταν σχεδόν όλο το χρόνο. Οι κάτοικοι της Θεσσαλίας το χρησιμοποιούσαν όλο το χρόνο και σε όλα σχεδόν τα φαγητά. Υπήρχαν μάλιστα περιπτώσεις που πολλοί δεν το αντικαθιστούσαν με τίποτα. Ακόμα και το καλοκαίρι στα φαγητά τους χρησιμοποιούσαν λίπος, γιατί το θεωρούσαν δική τους παραγωγή και επομένως φθηνό, σε αντίθεση με το λάδι που το αγόραζαν μισή ή μια οκά για να περάσουν ένα και δυο μήνες. Επίσης, πολλές φτωχές οικογένειες δεν αγόραζαν καθόλου λάδι και δεν ήξεραν ούτε ποιο είναι το χρώμα του. Στη συνέχεια, τεμάχιζαν το κρέας και τοποθετούσαν αλατισμένα τα κομμάτια σε πλιθάρια, που τα είχαν για φαγητό όλο σχεδόν το χειμώνα και τα μαγείρευαν με τραχανά και πλιγούρι. Επίσης έφτιαχναν και λουκάνικα έκοβαν τα πράσα σε μικρά-μικρά τεμάχια και τα είχαν έτοιμα να γεμίσουν τα λουκάνικα. Μετά το φαγητό, οι άνδρες έκοβαν το κρέας πάνω στην τάβλα, με τα ψαλίδια, το οποίο ανακάτευαν με τα τριμμένα πράσα και το έβαζαν σε χάλκινη κατσαρόλα και τα ζέσταιναν, αφού έριχναν συγχρόνως ρίγανη, πιπέρι και αλάτι. Στη συνέχεια περνούσαν τα λουκάνικα σ’ ένα ξύλινο δοκάρι και τα κρεμούσαν για να στεγνώσουν. Έφτανε πλέον το μεσημέρι. Η τάβλα ήταν έτοιμη για το φαγητό, με ντόπιο κρασί. Τσίπουρο έπιναν κατά την ώρα της δουλειάς. Μετά, οι άνδρες έφευγαν για τα σπίτια τους, αλλά το βράδυ επέστρεφαν στο σπίτι του νοικοκύρη για να φάνε και να γλεντήσουν, να χαρούν και να απολαύσουν τους καρπούς του κόπου τους. Οι γυναίκες είχαν έτοιμα τα φαγητά, όπως πίτες- συνήθως με τυρί- κόκαλα βρασμένα, ψητό στη σχάρα κρέας και άφθονο κρασί από το αμπέλι. Τα μεσάνυκτα κι ύστερα από πολλά τραγούδια και χαρά, όπως κι ευχές προς το νοικοκύρη, έφευγαν για τα σπίτια τους. Το έθιμο τηρήθηκε μέχρι το 1940. Συνεχίστηκε βέβαια και αργότερα, μέχρι το 1955, αλλά τα μεγάλα γεγονότα, Κατοχή και εμφύλιος πόλεμος, ανέκοψαν τον ενθουσιασμό και ανέτρεψαν μια παραδοσιακή συνήθεια που κράτησε πολλούς αιώνες. Σήμερα το έθιμο τηρείται και πάλι σε πολλά χωριά της Θεσσαλίας. Στις πόλεις όμως γιορτάζεται στις πλατείες των συνοικιών, με εκδηλώσεις κεφιού και γλεντιού, προσφέροντας άφθονο κρασί και ψημένο χοιρινό κρέας. Στη Λάρισα γιορτάζεται η γουρουνοχαρά στην πλατεία της συνοικίας Φιλιππούπολης, ανάμεσα από τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά κι αυτό γιατί είναι ένα έθιμο που το έχουν οι κάτοικοι της συνοικίας που έλκουν την καταγωγή τους από την Ανατολική Ρωμυλία, και συγκεκριμένα από την Φιλιππούπολη και το Καβακλί το σημερινό Τοπόλοβγκραντ. Οι γυναίκες της συνοικίας μαγειρεύουν παραδοσιακά φαγητά της Ανατολικής Ρωμυλίας, τα οποία είναι πικάντικα μαγειρεύονται με πολλά καρυκεύματα και μαζί με το ψημένο χοιρινό κρέας και άφθονο κρασί τα προσφέρουν στους επισκέπτες. Το χριστουγεννιάτικο έθιμο των Φιλιππουπολιτών, ξεκινά από παραμονή Χριστουγέννων με τα παραδοσιακά κάλαντα και ολοκληρώνεται με την γουρουνοχαρά. Ομάδες παιδιών επισκέπτονται οικογένειες Φιλιππουπολιτών και λένε τα κάλαντα, τα οποία είναι ευχές για τον αφέντη, την κυρά, τα παιδιά, τους νέους, τον κυνηγό, για το αμπέλι, το σπίτι και άλλα. Τα παραδοσιακά κάλαντα τελειώνουν με τη προσευχή, η ομάδα των παιδιών και η οικογένεια λένε μαζί την προσευχή. Η νοικοκυρά προσφέρει κρασί και παραδοσιακό χριστουγεννιάτικο φαγητό όπως «Καρβαβίτσα» γεμισμένο χοιρινό έντερο με χοιρινό κρέας και συκώτια, καβουρμά χοιρινό που μαγειρεύεται στο λίπος και «αρμιά», ολόκληρο λάχανο στην άλμη, μαγειρεμένο με χοιρινό κρέας.
Πηγή: topoikaitropoi.gr
ΗΠΕΙΡΟΣ

Παραδόσεις και έθιμα, με επιρροές από τη θρησκεία, αλλά και τον αγώνα για την καθημερινότητα έρχονται από το βάθος του χρόνου, στην Ήπειρο και τηρούνται έως σήμερα.
Τα σπάργανα του Χριστού

Ένα από τα σημαντικά Χριστουγεννιάτικα έθιμα της Ηπείρου τα παλιά χρόνια ήταν να φτιάχνουν τηγανίτες στην πλάκα. Πρόκειται για ένα τοπικό γλύκισμα. Οι τηγανίτες ήταν μελωμένες με ζαχαρόνερο, καρύδια και κανέλα. Αυτά κατά την παράδοση ήταν τα σπάργανα του Χριστού στη φάτνη. Ήταν μια στίβα από τηγανίτες ψημένες στο τζάκι σε πυρωμένη πέτρα. Τις τηγανίτες τις έτρωγαν το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων.
Η προετοιμασία των Χριστουγέννων όμως ξεκινούσε από τις 30 Νοεμβρίου, του Αγίου Αντρέα, όπου έβραζαν τα παραδοσιακά μπόλια με καλαμπόκι και ό,τι άλλα σπόρια είχε σπείρει ο καθένας στο χωράφι του.
Γιαπράκια

Τα γιαπράκια, ένα είδος λαχανοντολμάδων, ήταν ένα βασικό πιάτο για το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι και συμβόλιζε το φάσκιωμα του νεογέννητου Χριστού. Η ονομασία “γιαπράκια” προέρχεται από την τούρκικη λέξη Yaprak που σημαίνει “φύλλο”.
Το αναμμένο πουρνάρι
Όταν γεννήθηκε ο Χριστός και πήγαν οι βοσκοί να προσκυνήσουν, η νύχτα ήταν σκοτεινή. Βρήκαν κάπου ένα ξερό πουρνάρι κι έκοψαν τα κλαδιά του. Πήρε ο καθένας από ένα κλαδί στο χέρι, του έβαλαν φωτιά και γέμισε το σκοτεινό βουνό χαρούμενες φωτιές, τριξίματα και κρότους. Από τότε λοιπόν, στα χωριά της Άρτας, όποιος πάει στο σπίτι του γείτονα για να πει τα χρόνια πολλά ,καθώς και όλα τα παιδιά τα παντρεμένα, που θα πάνε στο πατρικό τους, για να φιλήσουν το χέρι του πατέρα και της μάνας τους, πρέπει να κρατούν ένα κλαρί πουρνάρι ή ό,τι άλλο δεντρικό που καίει τρίζοντας. Στο δρόμο το ανάβουν και το πηγαίνουν αναμμένο στο πατρικό τους σπίτι και γεμίζουν χαρούμενες φωτιές και κρότους τα σκοτεινά δρομάκια του χωριού. Ακόμα και στα Γιάννενα το ίδιο κάνουν. Μόνο που εκεί δεν κρατούν ολόκληρο το κλαρί του πουρναριού αναμμένο στο χέρι τους, αλλά κρατούν στη χούφτα τους μια χεριά δαφνόφυλλα ή πουρναρόφυλλα που τα πετούν στο τζάκι, μόλις μπούνε και καλημερίζουν. Κι όταν τα φύλλα τα ξερά πιάσουν φωτιά κι αρχίσουν να τρίζουν και να πετάνε σπίθες, εύχονται “Αρνιά, κατσίκια,νύφες και γαμπρούς”. Αυτή είναι η καλύτερη ευχή για κάθε νοικοκύρη. Να προκόβουν τα κοπάδια του, να πληθαίνει η φαμελιά του, να μεγαλώνουν τα κορίτσια και τα παλικάρια του, να του φέρνουν στο σπίτι νύφες και γαμπρούς, να του δώσουν εγγόνια που δε θα αφήσουν το όνομα το πατρικό να σβήσει.
Πηγή: epirusevents.gr
ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ

Γεμάτα με έθιμα είναι τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά στην Ρούμελη. Ξεκινούν από τον τρόπο με τον οποίον θα σφάξουν τα γουρούνια και φτάνουν μέχρι το πάντρεμα της φωτιάς. Ξεκινούν από τα κάλαντα και φτάνουν μέχρι το βασιλόψωμο. Όμως οι ευχές για μια καλύτερη χρονιά, καλύτερη σοδειά και καλύτερη προκοπή είναι αυτές που κυριαρχούν σε κάθε έκφραση της παράδοσης. Εκτός από τα κάλαντα που ακούγονται σε κάθε γωνιά της Ρούμελης διατηρούνται ακόμη ορισμένα από τα έθιμα που παραδοσιακά μεταφέρονται από γενεά σε γενεά και δίνουν ένα διαφορετικό χρώμα στις Άγιες μέρες.
Χοιροσφαγή
Στα ορεινά χωριά της δυτικής Φθιώτιδας είναι απίθανο να μη συναντήσουμε τουλάχιστον ένα χοίρο σε κάθε σπίτι. Ήταν πάντα θέμα αρχοντιάς, κοινωνικής και οικονομικής επιφάνειας. Η προετοιμασία για τη σφαγή τους ξεκινά πολύ νωρίς αφού οι νοικοκυρές είναι υποχρεωμένες να βρουν πλέον γανωματή για να γανώσουν (να κασιτερώσουν) τα οικιακά σκεύη που είναι αναγκαία για την χοιροσφαγή. Τώρα όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Οι παρέες έγιναν μικρότερες και τα πράγματα έχουν περισσότερο απλοποιηθεί. Η χοιροσφαγή όμως παραμένει ολόκληρη τελετουργία αφού είναι απαραίτητο να υπάρχει φωτιά, κάρβουνο και λιβάνι και την ώρα της σφαγής η νοικοκυρά θα πρέπει να τα ρίξει πάνω στη σφαγή ενώ στο στόμα του χοίρου βάζουν ένα λεμόνι για να μένει ανοιχτό και να αερίζεται. Όταν τελικά τελειώσουν τους χοίρους, ολόκληρη η γειτονιά ξεκινά ένα γλέντι ενώ την ίδια ώρα οι νοικοκυρές ξεκινούν να φτιάξουν τα λουκάνικα και τις “τσιγαρίθρες“.
Το Αρραβώνιασμα της φωτιάς
Το αρραβώνιασμα της φωτιάς: γίνεται ξημερώματα των Χριστουγέννων την ώρα που ο λαός την αποκαλεί “ανοιχτή ώρα”. Η νοικοκυρά βάζει ένα μεγάλο ξύλο στο τζάκι και σύμφωνα με την παράδοση εκείνη την ώρα ό,τι ζητήσεις – βεβαίως θα πρέπει να αφορά τα παιδιά και όχι τους παντρεμένους – μπορεί να γίνει. Αντίθετα το πάντρεμα της φωτιάς γίνεται τα ξημερώματα της πρωτοχρονιάς. Στο τζάκι μπαίνουν δύο μεγάλα ξύλα που φροντίζει ο νοικοκύρης να είναι ισομερή για να καίγονται το ίδιο. Σύμφωνα με την παράδοση εκείνη την ώρα που δεν αλλάζει μόνο ημέρα, αλλά αλλάζει και χρόνος όποια ευχή η όποια κατάρα και αν κάνει ο άνθρωπος αυτή θα πιάσει τόπο λέει ο λαός. Τα συγκεκριμένα έθιμα τα συναντάμε σε πάρα πολλά σημεία της Ρούμελης ιδιαίτερα όμως στη δυτική Φθιώτιδα και στην ορεινή Δωρίδα.
Το Βασιλόψωμο

Το όνομα του προσδιορίστηκε από την ημερομηνία κατανάλωσης. Τρώγεται ανήμερα του Αγίου Βασιλείου από όπου πήρε και το όνομα του. Εκτός από αλεύρι οι νοικοκυρές βάζουν μέσα ρεβύθι αλεσμένο, βασιλικό και νερό και πάνω του δημιουργούν διάφορα σχήματα και παραστάσεις είτε αυτές αφορούν την παραγωγή είτε την υγεία είτε την οικογένεια. Μετά το ψήσιμό του είναι έτοιμο να κοπεί, την ώρα του φαγητού, το μεσημέρι της Πρωτοχρονιάς. Παράλληλα με το βασιλόψωμο οι νοικοκυρές κάνουν και της Βασιλοκουλούρες.
Πηγή: pass2greece.gr
ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ

Τα έθιμα των Χριστουγέννων, που τηρούνται κυρίως μέσα στην οικογενειακή εστία σε περιοχές της Πελοποννήσου αναμένεται να έχουν και φέτος την τιμητική τους. Το «κούτσουρο της Παναγίας», το ψωμί που συμβολίζει το χέρι του Χριστού, η φωτιά που «διώχνει τα κακά πνεύματα» και η «προστασία» των γλυκών από τους καλικάντζαρους, είναι μερικά από αυτά τα έθιμα. Παράλληλα, το χοιρινό κρέας, η γαλοπούλα, η σούπα με κοτόπουλο και το χριστόψωμο κυριαρχούν στο εορταστικό τραπέζι, ενώ οι ξεχωριστοί κουραμπιέδες, τα λαλάγγια και οι τηγανίδες αποτελούν κάποια από τα παραδοσιακά γλυκά και συνοδευτικά των εορταστικών ημερών. Σε πολλά από τα σπίτια της Αρκαδίας το εορταστικό τραπέζι των Χριστουγέννων περιλαμβάνει χοιρινό με μήλα και κυδώνια, όπως και κρεατόπιτα που παρασκευάζεται με μοσχαρίσιο ή και αρνίσιο κρέας. Επίσης, παρασκευάζουν χριστόψωμο με κομμάτια από σύκα, ενώ στην επιφάνειά του «κεντούν» στολίδια και «πλέκουν» σταυρούς.

Συγχρόνως, σε πολλά χωριά ζυμώνουν ψωμί, το οποίο διαμορφώνουν σαν χέρι και το τοποθετούν στον τοίχο, κάτω από το εικόνισμα. Σύμφωνα με το έθιμο, το ψωμί αυτό συμβολίζει το χέρι του Χριστού και δεν αλλοιώνεται παρόλο που παραμένει τοποθετημένο στον τοίχο όλο τον χρόνο, μέχρι δηλαδή να έρθει η στιγμή που θα το αλλάξουν με το νέο. Επίσης, ένα ακόμα από τα έθιμα της Αρκαδίας είναι «το κούτσουρο της Παναγίας». Συγκεκριμένα, την παραμονή των Χριστουγέννων τοποθετούν στο τζάκι ένα μεγάλο κούτσουρο, ώστε να σιγοκαίει καθ’ όλη την διάρκεια της μέρας, προκειμένου «να ζεσταίνει την Παναγία που γεννούσε». Ακόμη, πολλές γυναίκες κατεβάζουν τις εικόνες του σπιτιού και τις καθαρίζουν με βαμβάκι, το οποίο προηγουμένως έχουν τοποθετήσει μέσα σε κρασί.
Σε πολλές περιοχές της Κορινθίας το δωδεκαήμερο ξεκινά από το πρωί της παραμονής των Χριστουγέννων. Κατά την διάρκεια των 12 αυτών ημερών επικρατούν οι δεισιδαιμονίες, και για αυτό τον λόγο οι εργασίες των κατοίκων περιορίζονται στις απολύτως απαραίτητες. Παράλληλα, η φωτιά κυριαρχεί στη ζωή των κατοίκων, αφού θεωρούν ότι «διώχνει τα κακά πνεύματα». Ακόμη, την παραμονή των Χριστουγέννων τοποθετούν διάφορα κλαδιά πάνω από τα τζάκια και συγχρόνως σκεπάζουν τα γλυκά, ώστε μην τα «πειράξουν» οι καλικάντζαροι. Στη Λακωνία, το χοιρινό με το σέλινο, είναι ένα από τα κύρια εορταστικά φαγητά των ημερών, ενώ πολλές νοικοκυρές παρασκευάζουν κουραμπιέδες με ελαιόλαδο και χωρίς βούτυρο, διότι όπως λένε, η διαδικασία είναι εύκολη, το αποτέλεσμα γευστικό και παράλληλα τα γλυκά μπορούν να διατηρηθούν για αρκετό καιρό. Επίσης, σε πολλά χωριά της Μάνης, οι οικογένειες ψήνουν στο φούρνο του σπιτιού τα χριστόψωμα. Όταν είναι έτοιμα, μεταφέρονται στο εορταστικό τραπέζι, όπου εκεί τα κόβει ο οικοδεσπότης, ευχόμενος παράλληλα τα χρόνια πολλά. Ακόμη, σε πολλά σπίτια οι γυναίκες ζυμώνουν και τηγανίζουν τα μανιάτικα λαλάγγια.

Πρόκειται για ζύμη, που την πλάθουν σαν χοντρό μακαρόνι, αλλά με μικρό πάχος. Στην συνέχεια την τυλίγουν με κέντρο την μια άκρη και ακολουθεί το τηγάνισμα. Την στιγμή που η νοικοκυρά ρίχνει την τηγανίδα μέσα στο λάδι, κάνει τον σταυρό της και εύχεται, «να σταυρωθούν τα κακά και του χρόνου.» Μάλιστα, η πρώτη τηγανίδα που βγαίνει από την φωτιά, έχει πάντα μεγάλο σχήμα και σταυρό και είναι του Χριστού. Τα λαδοκούλουρα, αλλά και τα λαλάγγια, είναι ένα από τις παραδοσιακές συνταγές των Χριστουγέννων στην Μεσσηνία, όπως επίσης και οι μανιάτικες κουταλίδες, με μέλι και κανέλα. Οι μανιάτικες κουταλίδες είναι πρόχειρες τηγανίτες και το όνομά τους το πήραν από τον τρόπο προετοιμασίας, αφού οι νοικοκυρές τοποθετούν τη ζύμη στο καυτό λάδι με τη χρήση ενός κουταλιού.

Σε πολλά σπίτια της Αχαΐας το χριστουγεννιάτικο τραπέζι περιλαμβάνει και σούπα με κρέας κότας. Επίσης, πολλές νοικοκυρές παρασκευάζουν δίπλες με ξεχωριστό τρόπο. Δηλαδή, αντί να διπλώνουν το ζυμάρι, σχηματίζουν με αυτό μικρά και μεγάλα φιογκάκια. Στα ορεινά χωριά των Καλαβρύτων, τα χριστόψωμα που ζυμώνουν οι νοικοκυρές, διαφέρουν από το ψωμί που παρασκευάζουν τις υπόλοιπες ημέρες του χρόνου. Συγκεκριμένα, τα χριστόψωμα είναι λευκά και αφράτα, περιέχουν σουσάμι και καρύδια, ενώ στο επάνω μέρος έχει σχηματιστεί ο σταυρός.
Πηγή: protothema.gr
ΚΡΗΤΗ

Από αυτά τα έθιμα ξεχωρίζουν: το σφάξιμο του χοίρου, το χριστόψωμο, τα γλυκίσματα, το ποδαρικό και τα κάλαντα που λένε τα παιδιά την παραμονή της κάθε γιορτής, γυρίζοντας από σπίτι σε σπίτι κρατώντας τρίγωνα, λύρες και λαούτα. Με την Κρητική διάλεκτο μνημονεύουν τα γεγονότα των εορτών και καταλήγουν με ευχές για τον νοικοκύρη του σπιτιού. Εκτός από τα παιδιά που φέρνουν στο σπίτι την καλοτυχία, ανάλογες ιδιότητες έχουν κατά τη λαϊκή μας παράδοση και τα ζώα. Μάλιστα έβαζαν στο σπίτι ένα από τα ζώα τους. Σε πολλές περιοχές της Κρήτης το βόδι είναι ευλογία και εξασφαλίζει την καλή χρονιά. Σε άλλες πάλι περιοχές έβαζαν τα παιδιά να χτυπούν στην πλάτη τη νεόνυμφη γυναίκα για να κάνει παιδιά. Πίστευαν μάλιστα ότι με το χτύπημα μεταδίδεται στη γυναίκα η γονιμοποιός δύναμη, που κρύβει μέσα του χλωρό κλαρί.
Το έθιμο της ζύμης στην Κρήτη
Τη νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων έβαζαν λίγη κοινή ζύμη σ’ ένα πιάτο και κάποια στιγμή, ενώ βεγγερίζανε (ξενυχτούσαν συζητώντας) περιμένοντας, η ζύμη ανέβαινε και γινόταν προζύμι. Τότε, κατά την πίστη των ανθρώπων, ήταν η ώρα που γεννάται ο Χριστός.
Συνδεδεμένο με το έθιμο αυτό είναι και εκείνο με τα κλαδιά και βλαστούς που οι νοικοκυρές έκοβαν το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων και τα πήγαιναν στο σπίτι. Τα έβαζαν σε ποτήρι με νερό και περίμεναν να ανθίσουν την ώρα της Θείας Γέννησης.
Το Χριστόψωμο
Από τις πιο χαρακτηριστικές προετοιμασίες της παραμονής των Χριστουγέννων το ζύμωμα του χριστόψωμου. Κατά τόπους φτιάχνεται σε διάφορες μορφές και έχει διαφορετικές ονομασίες όπως: “το ψωμί του Χριστού”, “Σταυροί”, “βλάχες” κ.ά.” Τα χριστόψωμα, αποτελούν το βασικό ψωμί των Χριστουγέννων και το ευλογημένο, αφού αυτό θα στηρίξει τη ζωή του νοικοκύρη και της οικογένειάς του. Το ζύμωμα είναι μια ιεροτελεστία. Χρησιμοποιούν ακριβά υλικά, ψιλοκοσκινισμένο αλεύρι, ροδόνερο, μέλι, σουσάμι, κανέλα και γαρίφαλα, λέγοντας: “Ο Χριστός γεννιέται , το φως ανεβαίνει, το προζύμι για να γένει.” Πλάθουν το ζυμάρι και παίρνουν τη μισή ζύμη και φτιάχνουν μια κουλούρα. Με την υπόλοιπη φτιάχνουν σταυρό με λουρίδες απ΄ τη ζύμη. Στο κέντρο βάζουν ένα άσπαστο καρύδι. Στην υπόλοιπη επιφάνεια σχεδιάζουν σχήματα με το μαχαίρι ή με το πιρούνι, όπως λουλούδια , φύλλα, καρπούς, πουλάκια. Γύρω – γύρω διάφορα, διακοσμητικά σκαλιστά στο ζυμάρι ή πρόσθετα στολίδια. Αυτά τόνιζαν το σκοπό του χριστόψωμου και εξέφραζαν τις διάφορες πεποιθήσεις των πιστών. Χριστούγεννα ανήμερα, ο νοικοκύρης έπαιρνε το χριστόψωμο, το σταύρωνε, το έκοβε και το μοίραζε σ’ όλη την οικογένειά του και σε όσους παρευρίσκονταν στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Μερικοί, εδώ βλέπουν ένα συμβολισμό της Θείας κοινωνίας. Όπως ο Χριστός έδωσε τον άρτο της ζωής σε όλη την ανθρώπινη οικογένειά του. Γύρω από το χριστόψωμο υπάρχουν και άλλες παραδόσεις. Αναφέρονται στην ενότητα της Εκκλησίας και των λαών, με συμβολικό πρότυπο την ένωση των κόκκων του σίτου σ’ ένα ψωμί. Οι λαοί κάποτε θα ενωθούν μ’ ένα ποιμένα το Χριστό. Παλαιότερα στην Κρήτη ακόμη και τα ζώα είχαν μερίδα και στο Χριστόψωμο. Το ανακάτευαν με τα πίτουρα και το έδιναν στα ζώα να το φάνε, για να ευλογηθούν κι αυτά.
Το ακοίμητο τζάκι
Το “ακοίμητο” τζάκι με τα μεγάλα κούτσουρα εξακολουθεί και τις ημέρες μας να δίνει τον τόνο μιας γιορτής οικογενειακής που όλοι αναζητούν την ευτυχία της γέννησης του νέου χρόνου που έρχεται. Οι παλαιότεροι έλεγαν πώς μέσα από την αθρακιά – την στάχτη- μπορούσαν να μαντέψουν τα μελλούμενα.
Τα καρακατζόλια
Η κρητική άποψη για τα καρακατζόλια είναι ότι τα παιδιά που γεννιούνται την ημέρα των Χριστουγέννων (άρα έχουνε συλληφθεί την ημέρα του Ευαγγελισμού), μεταμορφώνονται σε καρακατζόληδες, μικρά άτακτα και σκανταλιάρικα τερατάκια που εμφανίζονται κάθε χρόνο την παραμονή των Χριστουγέννων. Αλλά την ημέρα τ’ Αγιασμού (οπότε ο καθαγιασμός της φύσης διώχνει όλα τα κακά), ξαναγίνονται άνθρωποι – κι αυτό συνεχίζεται κι όταν μεγαλώσουν.
Τα χοιροσφάγια
Παλιότερα στα χωριά, δεν υπήρχε οικογένεια που να μην εκτρέφει όλο το χρόνο ένα γουρούνι για να το σφάξει τις γιορτινές μέρες. Ο χοίρος σφάζονταν την παραμονή των Χριστουγέννων, την ημέρα των Αγίων Δέκα και ήταν το κύριο Χριστουγεννιάτικο έδεσμα. Με το κρέας του έφτιαχναν: λουκάνικα, απάκια, πηχτή ή τσιλαδιά, σύγλινα (δηλαδή το κρέας κομμένο σε μικρά κομμάτια, που το έψηναν και το έβαζαν σε μεγάλα δοχεία και το κάλυπταν με το λιωμένο λίπος του ζώου), ομαθιές (έντερα χοίρου γεμισμένα με ρύζι, σταφίδες και κομματάκια συκώτι), τσιγαρίδες (κομμάτια μαγειρεμένου λίπους με μπαχαρικά που το έτρωγαν με ζυμωτό ψωμί για κολατσιό, όταν μάζευαν τις ελιές).
Γλυκίσματα
Τα παραδοσιακά γλυκά των γιορτών είναι τα ξεροτήγανα, τα μελομακάρονα οι κουραμπιέδες, τα σαρίκια, οι λουκουμάδες, οι γλυκοκουλούρες, οι σαμουσάδες στο Σέλινο, τα κατιμέρια και οι μυζηθρόπιτες στη Σητεία, τα κουλουράκια στην Ιεράπετρα, τα ανεβατά λουκούμια, τα κουμπανάκια στο Λασίθι και βέβαια την Πρωτοχρονιά, η Βασιλόπιτα. Η ζάχαρη μάλιστα στους κουραμπιέδες συμβολίζει τα χιονισμένα βουνά της Κρήτης.

Πηγή: flashnews.gr
ΝΗΣΙΑ ΑΙΓΑΙΟΥ

Οι προετοιμασίες ξεκινούν από τις προηγούμενες μέρες των Χριστουγέννων και κορυφώνονται την Πρωτοχρονιά και τα Φώτα. Από τα χαρακτηριστικά των εκδηλώσεων είναι ότι οι κάτοικοι της Δωδεκανήσου 40 ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα βρισκόταν σε νηστεία με σκοπό να προετοιμαστούν για τη γέννηση του Χριστού και να απολαύσουν στη συνέχεια το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Κύριο φαγητό στα περισσότερα νησιά της Δωδεκανήσου ήταν και σε γενικές γραμμές παραμένει, παράλληλα με τη γαλοπούλα τα τελευταία χρόνια, το ψητό χοιρινό κρέας. Σε αρκετά χωριά της Ρόδου, το σφάξιμο του χοίρου που μεγάλωναν οι οικογένειες γινόταν σε παρέες και με ειδική ιεροτελεστία. Από τα Χριστουγεννιάτικα φαγητά ήταν επίσης τα παραδοσιακά ?γιαπράκια? τα οποία δεν έλειπαν από το τραπέζι. Σε ότι αφορά τα γλυκά τόσο στη Ρόδο όσο και στα υπόλοιπα νησιά το χαρακτηριστικό είναι οι δίπλες, οι οποίες εξακολουθούν να κατασκευάζονται και σήμερα. Την Πρωτοχρονιά ένα από τα έθιμα τα οποία και σήμερα διατηρείται είναι το έθιμο της «μπουλουστρίνας». Τα μικρά παιδιά την πρώτη ημέρα του χρόνου επισκέπτονται τους συγγενείς (γιαγιάδες, παππούδες, θείους, νονούς) και παίρνουν από αυτούς χρηματικό ποσό εν είδει δώρου το οποίο ονομάζεται μπουλουστρίνα. Το έθιμο αυτό διατηρείται μέχρι και τώρα στις περισσότερες περιοχές της Δωδεκανήσου. Από τα αξιοσημείωτα των ημερών είναι ότι την ημέρα των Χριστουγέννων οι κάτοικοι της Ρόδου συνηθίζουν να πηγαίνουν οικογενειακά στην εκκλησία και αμέσως μετά να επισκέπτονται τους ηλικιωμένους γονείς και παππούδες για τις σχετικές ευχές.



Στην Κεφαλονιά, κατά το έθιμο που έχει διασωθεί από την αρχαιότητα, τις τρεις τελευταίες μέρες του χρόνου, οι ντόπιοι βγαίνουν στην εξοχή για να ξεριζώσουν αγιοβασιλίτσες. Είναι ένα φυτό με καφέ βολβό και πράσινα φύλλα, που συμβολίζει την αναγέννηση του χρόνου, γιατί ξεραίνεται τον Μάρτη και ξαναγεννιέται τον Οκτώβρη. Το όνομα του φυτού οφείλεται στον εορτάζοντα της Πρωτοχρονιάς Άγιο Βασίλειο, ενώ είναι γνωστό και σαν ασκυνοκάρα. Παράλληλα, τα παιδιά που λένε τα κάλαντα προσφέρουν το φυτό αυτό για να εισπράξουν φιλοδώρημα, ενώ όλοι φροντίζουν να το κρεμάσουν στο σπίτι, την επιχείρηση ή το μαγαζί τους, για να φέρει καλή τύχη όλο το χρόνο. Την τελευταία ημέρα του χρόνου, από νωρίς το πρωί, παρέες κάθε ηλικίας, με μαντολίνα βιολιά και ακορντεόν, ψάλλουν στις γειτονιές και τους δρόμους τα παραδοσιακά κεφαλονίτικα κάλαντα. Στο Αργοστόλι, το μεσημέρι όλοι ξεκουράζονται για να είναι έτοιμοι για τη μεγάλη “μάχη”, που αρχίζει στο Λιθόστρωτο μόλις σκοτεινιάσει. Μέσα σε μια εορταστική ατμόσφαιρα που δημιουργούν οι μπάντες και οι χορωδίες μικροί και μεγάλοι αρχίζουν το «κατάβρεγμα». Ο καθένας έχει μικρά δοχεία «ψεκαστήρες» με αρωματισμένο νερό και προσπαθεί να βρέξει τον διπλανό του. Σύμφωνα με το έθιμο, όλοι όσοι βρίσκονται στο Λιθόστρωτο πρέπει να γυρίσουν στο σπίτι βρεγμένοι, με αποτέλεσμα να μην γλιτώνει κανείς. Μάλιστα, στην πλατεία στήνεται και ένα βαρέλι με αρωματισμένο νερό για να υπάρχει επάρκεια. Κατά τις δέκα το βράδυ, η γιορτή τελειώνει καθώς όλοι επιστρέφουν στα σπίτια τους για να υποδεχτούν το νέο έτος, σπάζοντας ένα ρόδι στην είσοδο και κάνοντας τόσες ευχές όσοι είναι και οι σπόροι που απελευθερώνονται.
Στη Λευκάδα, προτού ξημερώσει η πρώτη ημέρα του καινούργιου χρόνου, παρέες νεαρών, μαζί με ομάδες μουσικών, τριγυρίζουν στις γειτονιές, τραγουδώντας χαρούμενα κομμάτια και ως “καλικάντζαροι” κάνουν σκανδαλιές. Τίποτα δεν είναι προγραμματισμένο, αλλά σχεδιάζεται την ώρα της συνάντησης. Για παράδειγμα, πέρυσι τράβηξαν από το λιμάνι μια βάρκα και την πήγαν, τραγουδώντας, στην αγορά. Με το πρώτο φως της ημέρας αναβιώνει το έθιμο της «Διάνας», το οποίο εκτιμάται ότι έρχεται από την Ενετοκρατία. «Διάνα» σημαίνει «Εωθινός», πρωινός ύμνος, τον οποίο παιανίζει μαζί με άλλα χαρμόσυνα κομμάτια η Φιλαρμονική της Λευκάδας σε όλες τις γειτονιές της πόλης. Μαζί με την μπάντα, περιδιαβαίνουν στους δρόμους μικροί και μεγάλοι, ανταλλάσοντας ευχές για το νέο έτος. Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, οι ντόπιοι φροντίζουν να κρεμάσουν στα σπίτια τους για γούρι τις «κουτσούνες», που είναι αγριοκρεμμύδες, ενώ οι γυναίκες φτιάχνουν την παραδοσιακή βασιλόπιτα, που είναι λαδόπιτα με αλεύρι, μέλι και λάδι, που κόβεται με την αλλαγή του χρόνου.
Στην Κέρκυρα και τη Ζάκυνθο, το γιορτινό χρώμα δίνουν οι φιλαρμονικές και οι κανταδόροι. Και στα δύο νησιά, την παραμονή, στους δρόμους της αγοράς και τις πλατείες ηχούν παραδοσιακά κάλαντα. Ανήμερα, στη Ζάκυνθο, η Φιλαρμονική περιφέρεται από νωρίς το πρωί στην πόλη και καταλήγει στον Μητροπολιτικό Ναό. Σε όλα τα Ιόνια Νησιά είναι έθιμο να στολίζουν τα σπίτια με κλαδιά αγριοκουμαριάς που είναι φορτωμένα με κόκκινους καρπούς και μυρτιές. Στα χωριά, το βράδυ της παραμονής, οι νοικοκυρές φτιάχνουν «τηγανίτες» από νερό, αλεύρι και μαγιά. Οι τηγανίτες συμπληρώνουν το πρωτοχρονιάτικο κέρασμα και σερβίρονται με μέλι και καρύδια.
Πηγή: ellinismosonline.gr










