«Στο μυαλό ενός εγκληματία: Ψυχολογική Προσέγγιση»

Η εγκληματολογική θεωρία εξετάζει τους παράγοντες που σχετίζονται με την εμφάνιση του εγκλήματος. Προσπαθεί να εξηγήσει, γιατί κάποιοι άνθρωποι είναι πιο πιθανό να διαπράξουν ένα έγκλημα από άλλους,
Μία από τις βασικές αρχές της εγκληματολογικής θεωρίας είναι ότι οι παράγοντες που επηρεάζουν την τάση ενός ανθρώπου να διαπράττει έγκλημα είναι πολλαπλοί και περίπλοκοι. Ορισμένοι από αυτούς τους παράγοντες μπορεί να είναι οικονομικοί, κοινωνικοί, πολιτισμικοί, ατομικοί, περιβαλλοντικοί, ψυχολογικοί κλπ.
Με βάση αυτήν την προσέγγιση, η εγκληματολογική θεωρία εξηγεί το γεγονός ότι η πλειοψηφία των μελών μίας κοινωνίας δεν εκδηλώνει αυτούς τους παράγοντες και φαίνεται να απόσχει από την εγκληματική δραστηριότητα.
Τί γίνεται όμως με εκείνους που εγκληματούν; Τί συμβαίνει στο μυαλό και την ψυχή τους;
Ακριβώς με τα πρόσωπα αυτά θα ασχοληθούμε στο παρόν άρθρο, όπως και με τα επόμενα που θα ακολουθήσουν. Θα γίνουμε για λίγο η “μυστική” παρέα των εγκληματιών και θα παρακολουθήσουμε, σε θεωρητικό επίπεδο, την πορεία τους.
Εν προκειμένω, θα προσεγγίσουμε το εγκληματικό φαινόμενο από τη σκοπιά των ψυχολογικών θεωριών.
Οι εγκληματολόγοι αναζητούν τα αίτια και τους γενεσιουργούς λόγους του εγκλήματος στο ψυχολογικό – ψυχιατρικό πλαίσιο. Kατευθύνονται δε στην αντίληψη ότι μόνο μία “φυσιολογική” συμπεριφορά είναι μία σύννομη συμπεριφορά. Συνεπώς μία διέπουσα από ψυχικές αναταραχές και ανωμαλίες συμπεριφορά είναι μία “μή φυσιολογική” συμπεριφορά, η οποία ρέπει προς το έγκλημα.
Εδώ ο δράστης ενεργεί χωρίς ελεύθερη επιλογή. Συγκεκριμένα, δεν του τέθηκε ποτέ το δίλημμα να επιλέξει να εγκληματήσει ή να μην εγκληματήσει. Όντας ήδη ο ίδιος δέσμιος της ψυχολογίας του, η οποία πάσχει σε επίπεδο νοητικών λειτουργιών, προσωπικότητας και συμπεριφοράς, διαπράττει εκείνο που μία τέτοια ψυχολογία θα του υπαγορέψει (1).
Η ψυχολογική προσέγγιση του εγκλήματος εμπνέεται από το έργο του Sigmund Freud (1856 – 1939).
Σύμφωνα με τον Freud η προσωπικότητα είναι δομημένη σε τρία επίπεδα: α) το Εκείνο (id), b) το Υπερεγώ (superego) και γ) το Εγώ (ego).
Αρχικά, το Εκείνο (id) τοποθετείται στο βαθύτερο επίπεδο της προσωπικότητας. Διέπεται από την αρχή της ευχαρίστησης, αποτελούμενο από τις βιολογικές και ψυχολογικές ενορμήσεις που βρίσκονται στη βάση κάθε συμπεριφοράς. Πρόκειται δηλαδή για το ασυνείδητο κομμάτι της συμπεριφοράς, που ωθεί το άτομο στην ενέργεια εκείνων των πράξεων που έχει ανάγκη προκειμένου να κορεσθεί η ευχαρίστηση, η απόλαυση και η ηδονή του (2).
Ακολούθως, στην εξωτερική επιφάνεια της συμπεριφοράς τοποθετεί ο Freud το Υπερεγώ (superego). Αυτό συνδέεται με τις αρχές, τις ηθικές αξίες και αντιλήψεις που η οικογένεια, μετέπειτα το σχολείο και πάντως η ίδια η κοινωνία μέσω των τομέων της εργασίας, των δραστηριοτήτων και των διαφόρων διαπροσωπικών σχέσεων έχει εμφυσήσει στο άτομο.
Έτσι λοιπόν, το Εκείνο (id), δηλαδή το ασυνείδητο ζητάει εναγωνιωδώς και επιτακτικώς από το άτομο να ενεργήσει έτσι, ώστε να ικανοποιηθεί η ανάγκη του για ευχαρίστηση, για ηδονή. Εάν λχ. έχει βιολογικές ενορμήσεις (πχ. επιθυμία για συνουσία). Ωθεί δε το άτομο να ικανοποιήσει αυτές ακριβώς τις βιολογικές ενορμήσεις μέσω πχ. ενός βιασμού (δηλαδή μέσω ενός εγκλήματος).
Τότε κάνει την εμφάνισή του το Υπερεγώ (superego), το οποίο συνδέεται με το συνειδητό (συνείδηση) και αποκρούει την ιδέα της ικανοποίησης μιας βιολογικής ενόρμησης μέσω του βιασμού, δημιουργώντας αισθήματα ενοχής στο άτομο. Του “υπενθυμίζει” επί της ουσίας ότι κάτι τέτοιο θα έρθει σε σχέση διάρρηξης με τις αξίες και τις ηθικές αρχές του.
Οπότε, τώρα φαίνεται πως έχει διαμορφωθεί μία σχέση έντασης μεταξύ των δύο επιπέδων, του Εκείνο (id) και του Υπερεγώ (superego). Μία σχέση σύγκρουσης, η οποία όμως αναμένεται να επιλυθεί από το 3ο επίπεδο, αυτό του Εγώ (ego).
Το Εγώ (ego) διαμορφώνεται ήδη από τα πρώτα παιδικά χρόνια του ατόμου. “Ενημερώνει” το άτομο ότι δεν είναι δυνατόν να ικανοποιούνται όλες οι επιθυμίες του. Συνδέεται με την αρχή της πραγματικότητας.
Σύμφωνα με τις ψυχολογικές θεωρίες προσέγγισης του εγκλήματος και τον Sigmund Freud, σε ένα “φυσιολογικό” άτομο τα τρία αυτά επίπεδα βρίσκονται σε μία κάποια “συνεννόηση”. Ενυπάρχει μεταξύ τους μία ισορροπία, ώστε η ανθρώπινη συμπεριφορά τελικώς να ελέγχεται δεόντως και να συγκρατείται από την είσοδό της στην εγκληματική δραστηριότητα.
Συνοπτικό συμπέρασμα: Έτσι λοιπόν, τοιούτως εχόντων των πραγμάτων, από τη σκοπιά των ψυχολογικών θεωριών και του Freud, η οποία και επιχειρήθηκε με το παρόν να αποτυπωθεί ακροθιγώς, ο εγκληματίας είναι πρόσωπο δέσμιο της ψυχολογικής και συμπεριφορικής του ανισορροπίας.
Εξ’ άλλου, τα άτομα που δεν εγκληματούν είναι άτομα, στα οποία ενυπάρχει αυτή η καταρχήν σύγκρουση μεταξύ του Εκείνο (id) και του Υπερεγώ (superego) την οποία κατορθώνει εν τέλει το Εγώ (ego) να “συμφιλιώσει” ή έστω συμβιβάσει. Με τον τρόπο αυτόν επιτυγχάνει την πολυπόθητη για το άτομο και την κοινωνία του ισορροπία.
Προστατεύει δηλαδή το άτομο από την διολίσθηση και την ροπή του προς το έγκλημα. Το Εγώ (ego) είναι τελικά αυτό που ωθεί το άτομο στη λήψη αποφάσεως διενέργειας κοινωνικά αποδεκτών συμπεριφορών (3,4).
Πηγές:
1) Σπινέλλη – ο ψυχολογικός/ψυχιατρικός θετικισμός, Εγκληματολογία 3η εκδ. 2014, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 224 επ.
2) Σπινέλλη – η ψυχαναλυτική σχολή/ Freud, Εγκληματολογία 3η εκδ. 2014, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 226 επ.
3) Κ.Στεφανή, Σχιζοφρένεια, σε : Στεφανή και συνεργ,. Σελ.131.
4) Brown/Esbensen/Geis, σελ. 283 και L.J.Siegel, σελ. 168.











