ΣΥΓΓΝΩΜΗ, ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΤΟ ΧΑΜΗΛΩΣΕΤΕ ΛΙΓΟ;

Σκόνταψες και σήμερα στην ίδια λακκούβα. Πώς τα φέρνει η ζωή! Χθες υποσχέθηκες να προσέχεις περισσότερο τα βήματά σου την επόμενη φορά. Κι αυτή η πόρτα της αίθουσας, που αποφάσισε να τρίξει δυνατότερα όταν εσύ μόνο καθυστέρησες στο μάθημα… Παρακολουθείς υπνωτισμένα πάλι τις κυλιόμενες σκάλες να ανεβοκατεβαίνουν αλλά γυρίζεις το βλέμμα επιτόπου, αν τύχει να πέσει πάνω σε κάποιον περαστικό. Ή γυρίζεις σπίτι μέσα στον ιδρώτα και νομίζεις ότι σχεδόν αυτόματα η γιαγιά ψιθυρίζει πάλι για την εποχή που δεν κρέμονταν καλώδια από τα αυτιά των ανθρώπων, επειδή μιλούσαν μεταξύ τους. Εσύ όμως ψηλώνεις την ένταση του ήχου στα ακουστικά, μήπως κατορθώσεις να χαμηλώνουν οι φωνές πριν φτάσουν στα αυτιά σου. «Εγώ θα ακούω μουσική».
Ακριβώς. Τώρα, ακούς μουσική. Δεν αναρωτιέσαι άραγε ποτέ, για ποιο λόγο, με μια σου μόνο επισήμανση, όλοι γύρω σε ξεχνούν; Δεν αναρωτιέσαι ποτέ για ποιο λόγο, με αυτή σου μόνο, τη συγκεκριμένη, επισήμανση, σε θυμάσαι; Η μουσική είναι χαλί. Από εκείνα που στρώνεις στο κρύο πλακάκι για να καλύψεις τη σκόνη. Ή για να πατήσεις πάνω. Να στηρίξεις όλο το σωματικό σου βάρος σταθερά, να χοροπηδήσει το ψυχικό σθένος ανεξέλεγκτα. Και έπειτα, να έρχεται ο χειμώνας, χωρίς να παγώνεις. Έστω κι αν νομίζεις απλά ότι ζεσταίνεσαι. Να βγάζεις τα παπούτσια για να κοιμηθείς, να ξυπνάς για να τα βάλεις, ενώ στο ενδιάμεσο ακουμπάς κάτω. Αφήνεις αποτυπώματα. Αφήνεις στίγματα. Η μουσική είναι χαλί, το ίδιο χαλί που σκουπίζεις, το ίδιο χαλί που ξεστρώνεις μόλις φτιάξει λίγο ο καιρός. Γιατί, μόλις φτιάξει λίγο ο καιρός, είναι σαν να μην τη χρειάζεσαι τόσο πια. Είναι σαν να τη θέλεις.
Είναι σαν να τη θέλεις, για να ντύσεις τη στιγμή. Για να ντύσεις το βλέμμα ενός γνωστού που συνάντησες στο διπλανό παγκάκι τυχαία και πέταξες την τεχνολογία στην άκρη από επιλογή. Τελικά, σε έντυσε εκείνος με χαμόγελο. Και κάτι στο στήθος σου χόρευε με ρυθμό βουβό. Για να ντύσεις τη διαδρομή στον ηλεκτρικό, που είναι υπερβολικά θορυβώδης και στεγνή, σχεδόν ασπρόμαυρη. Κάπου μεταξύ απέχθειας και ανοχής του ότι υπάρχουν συνεπιβάτες, τόσοι που δε χωράμε, τόσοι που, αν χάσεις την ισορροπία σου, δε θα πέσεις εκεί που πατάς, θα σε πιάσουν, έστω και ασυνείδητα. Για να ντύσεις το κενό που θα αφήσει η γιαγιά, που άφησε ο γνωστός, που γεμίζουν οι άγνωστοι, οι άγνωστοι που θα δεις και αύριο και θα στοιχηματίζεις τι σκέφτονται, αν σε κρίνουν από μέσα τους, αν σε σχολιάζουν απέξω, αν σε ξεχωρίζουν στο πλήθος, αν σε κοιτούν όντως, αν είναι αφηρημένοι.
Η μουσική είναι συμφιλίωση. Με το στίχο και τη νότα. Με το στιχουργό και το συνθέτη. Που κάνουν τόσο ικανοποιητικά τη δουλειά τους ώστε οι πιο πληγωμένες λέξεις να συνοδεύονται από κάθε εμπειρία που μεταφόρτωσαν τα δεδομένα, τα στιγμιότυπα οθόνης σου. Και πιθανόν, ακόμη σου λείπει το ρεφρέν. Ακόμη συνθέτεις παραγράφους απλές, ασταμάτητες και υποτονικές. Ακόμη ταυτίζεσαι με τα αισθήματα ξένων, σποραδικών περιπατητών, που φεύγουν ή στρίβουν ανάλογα με το ρυθμό που αλλάζεις το τραγούδι. Ανάλογα με τη σειρά, στην οποία προσηλώνεσαι. Μέχρι να σου χτυπήσει τον ώμο, ένας άλλος, ζητώντας σου ευγενικά να χαμηλώσεις την ένταση. Κι ας κρέμονται τα καλώδια που σε αποσυνδέουν, κάποιος συνεχίζει να σε ακούει, κάποιον συνεχίζεις να ενοχλείς. Είτε κρέμονται τα πλαστικά καλώδια είτε κρατάς τα διάφανα. Τα διάφανα, όχι τα αόρατα. Είναι σαν να καταλαβαίνεις τότε, ότι είσαι η μουσική.
Σκόνταψες και σήμερα στην ίδια διαφήμιση. Και θα σκοντάφτεις μέχρι να πατήσεις με τόλμη, διπλά, το κουμπί της επανάληψης, μέχρι να κλείσεις την εφαρμογή. Εγκαταστάθηκαν και οι ενημερώσεις, οι άνθρωποι είναι που δεν καταλαγιάζουν. Γιατί, η μουσική σου μιλάει όποτε είσαι έτοιμος να την ακούσεις, ενώ οι άνθρωποι όχι. Η μουσική παρακάμπτει το δημιουργό της καθημερινά, παρόλο που δε ρωτάει, παρόλο που τη ρωτούν. Ωστόσο, ίσως την επιλέγουμε προκειμένου να μην την ακούσουμε. Η μουσική δεν ακούγεται. Η μουσική ακούει. Η μουσική δε μιλάει. Η μουσική μιλιέται, από αυτούς που δεν έχουν φωνή και από αυτούς που δεν έχουν μάθει να τη χρησιμοποιούν.










