
Η Ελληνική αντικατασκοπεία σε άριστη συνεννόηση με το Γενικό Επιτελείο του Ελληνικού Στρατού έκαναν ολόκληρη επιχείρηση παραπλάνησης των Ιταλικών μυστικών υπηρεσιών για το πραγματικό σχέδιο των Ελλήνων σε περίπτωση εισβολής των Ιταλών. Οι Ιταλοί πίστευαν ότι οι Έλληνες ή θα συνθηκολογήσουν και θα περάσουν ή θα αντισταθούν αφήνοντας την Ήπειρο και άλλα εδάφη να περάσουν αμαχητί. Και επιπλέον η ουδέτερη και κατευναστική στάση της Ελλάδας απέναντι στην κατάληψη της Αλβανίας από τους Ιταλούς, τον Απρίλιο του 1939 αλλά και στον τορπιλισμό της Έλλης, στις 15 Αυγούστου του 1940, είχε πείσει τους Ιταλούς ότι οι Έλληνες δεν θέλουν πόλεμο και δεν θα αντέξουν αν ξεκινήσει κάποιος.
Το πραγματικό όμως σχέδιο των Ελλήνων ήταν το εξής: Άμυνα με κάθε κόστος χωρίς παραχώρηση ούτε μιας ίντσας Ελληνικής γης στον εχθρό και συγκέντρωση δυνάμεων από την Γενική Επιστράτευση με σκοπό την αντεπίθεση στους εισβολείς. Το όριο της Ελληνικής υποχώρησης σε περίπτωση που κινδύνευαν οι γραμμές άμυνας σε διάσπαση ήταν η γραμμή Άραχθος – Μέτσοβο – Αλιάκμονας – Βέρμιο και αυτό ώστε από την μια να είναι η άμυνα στα σύνορα ακριβώς και από την άλλη να είναι ενδιάμεσα στα σύνορα και στην συγκεκριμένη γραμμή, ώστε οι Ιταλοί να μην φτάσουν στα Ιωάννινα. Για την άμυνα ο Ελληνικός στρατός είχε στην διάθεση του 50.000 στρατιώτες, 160 αεροσκάφη παλαιότερα όλα, καθόλου τανκς και αντιαρματικά ενώ είχαν 900 πυροβόλα τα περισσότερα από τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα πλεονεκτήματα για την αντοχή της Ελληνικής άμυνας, ήταν το ορεινό έδαφος, το φτωχό οδικό δίκτυο και το πείσμα των Ελληνικών δυνάμεων.
Από την άλλη πλευρά ο Μουσολίνι στις 15 Οκτωβρίου παρουσιάζει το Σχέδιο Emmernza G που ήταν το σχέδιο εισβολής και κατάκτησης της Ελλάδας μέσω της Αλβανίας. Ο Ιταλός δικτάτορας ήθελε να αποδείξει στον Χίτλερ ότι η Ιταλία μπορεί να κάνει εξίσου εντυπωσιακά στρατιωτικά κατορθώματα όπως η Γερμανία. Ειδικά μετά την είσοδο Γερμανικών στρατευμάτων στην Ρουμανία, χωρίς η Ιταλία να ενημερωθεί, ο Μουσολίνι ήθελε να κάνει επίθεση κατά της Ελλάδας χωρίς να ενημερώσει, μέχρι την στιγμή της επίθεσης, την Γερμανία.
Στις 20 Οκτωβρίου το σχέδιο οριστικοποιείται και είναι το εξής: Γρήγορη κατάληψη της Ηπείρου και των Επτανήσων, και μετά ταυτόχρονη προέλαση προς Θεσσαλονίκη και Αθήνα, και όλα αυτά πρέπει να ολοκληρωθούν μέσα σε 15 μέρες το πολύ. Όλα θα ξεκινούσαν με ισχυρό βομβαρδισμό της Ιταλικής αεροπορίας ώστε να τρομοκρατηθεί ο Ελληνικός άμαχος πληθυσμός και το Ιταλικό πυροβολικό θα χτυπούσε τις Ελληνικές θέσεις. Η ημερομηνία της επίθεσης για τον Μουσολίνι ήταν στις 26 Οκτωβρίου αλλά αποφάσισε κατόπιν κάποιων εξελίξεων να την κάνει στις 28 Οκτωβρίου. Οι δυνάμεις των Ιταλών στην αρχή της εισβολής τους, ήταν 88.000 στρατιώτες, 170 τανκς, 465 αεροσκάφη και 700 πυροβόλα, όλα με την τεχνολογία και τον εξοπλισμό της εποχής, σε αντίθεση με τις Ελληνικές δυνάμεις που είχαν εξοπλισμό από τον Πρώτο Παγκόσμιο και τον πόλεμο στην Μικρά Ασία (1919 – 1922).
Στον Ελληνοιταλικό Πόλεμο του 1940 υπήρξε διαφορετική αντίληψη στις δύο αντιμαχόμενες πλευρές στο γιατί πολεμούσαν. Ο Έλληνας στρατιώτης πολεμούσε για την οικογένεια του, την πατρίδα, την Ορθόδοξη Χριστιανική Πίστη, τις παραδόσεις και την ελευθερία του. Πήγαινε στον πόλεμο σαν να ήταν μια γιορτή, όπως και είχε αντίδραση με αυτόν τον τρόπο ο Ελληνικός λαός εκείνη την στιγμή και το διάγγελμα του Ιωάννη Μεταξά που κατέληγε στο ότι “ας αποδείξουμε ότι είμαστε άξιοι της ελευθερίας που μας εξασφάλισαν οι πρόγονοι μας”, περιγραφή ακριβώς όλο το σκεπτικό των Ελλήνων σε εκείνες τις κρίσιμες στιγμές. Ο μέσος Έλληνας πήγε στο μέτωπο με ενθουσιασμό αλλά και θυμό για τις προκλήσεις των Ιταλών όλον αυτόν τον καιρό, ενώ και ο απλός Ελληνικός πληθυσμός έβαλε πλάτη και βοήθησε τους Έλληνες στρατιώτες με κάθε τρόπο.
Από την άλλη πλευρά ο μέσος Ιταλός στρατιώτης πολεμούσε ναι μεν και αυτός για την πατρίδα του, αλλά κυρίως για την Νέα Ρωμαϊκή αυτοκρατορία που του είχε προπαγανδίσει το Φασιστικός Καθεστώς, για τον Μουσολίνι και για προνόμια είτε στον στρατό είτε ακόμα και στην πολιτική μετά από κατακτήσεις, όπως είχε κάνει και στον πόλεμο με την Αιθιοπία το 1935 – 1936. Ενώ ταυτόχρονα δεν αποκλείεται μια σημαντική μερίδα του Ιταλικού στρατού να ήθελε να πάρει μια άτυπη εκδίκηση από τους Έλληνες καθώς όχι μόνο ήθελαν τα Επτάνησα από παλαιότερα αλλά στους Ιταλούς δεν δόθηκε η Σμύρνη το 1919 και άλλα εδάφη που ήθελαν στην Μικρά Ασία μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Διότι αυτά τα εδάφη είχαν δοθεί στην Ελλάδα από την Αντάντ (Συμμάχους στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο).
Συνεπώς, το ηθικό του Έλληνα στρατιώτη ήταν υψηλό και είχε πιο σημαντικά κίνητρα από του Ιταλού στρατιώτη, και αυτό ήταν ένας καθοριστικός παράγοντας στην εξέλιξη του πολέμου. Το γεγονός αυτό θα οδηγούσε αρκετούς από τους Βρετανούς μέχρι και τους ίδιους τους Γερμανούς να παραδεχθούν ότι οι Έλληνες πολεμούν με θάρρος, αυτοθυσία και ηρωισμό ενάντια σε έναν εχθρό που έχει μεγαλύτερες αριθμητικά και ανώτερες τεχνολογικά στρατιωτικές δυνάμεις. Έτσι η ουσιαστική ήττα των Ιταλών που βρέθηκαν σε αδιέξοδο και ανάγκασαν τους Γερμανούς να εισβάλουν στην Ελλάδα. Αυτό συνέβη αφενός για να σώσουν τους Ιταλούς (όπως το έκαναν και στην Αφρική με τον Ρόμελ, που ήταν ο αρχηγός του Γερμανικού Αφρικανικού Σώματος) και αφετέρου να εμποδίσουν πιθανή Βρετανική επίθεση της Βρετανικής αεροπορίας στις πετρελαιοπηγές της Ρουμανίας που ήταν πολύ σημαντικές για τα Γερμανικά άρματα μάχης και οχήματα.
Πηγές:
1) 1940 – 1941 ο Πόλεμος των Ελλήνων, Θάνος Μ. Βερέμης, Εκδόσεις Μεταίχμιο (2019)
2) Η Ελληνική Εποποιιά 1940 – 1941, Άγγελος Τερζάκης, Εκδόσεις Εστία (2008)
3) Η Πρώτη Νίκη 1940 – 1941, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, National Geographic (2010)
4) Ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος 1940 – 1941, Ελευθέριος Ν. Παπαγιαννάκης, Εκδόσεις Ιωλκός (2004)










