Ε-ΚΛΑΙΓΕ-ΣΘΑΙ

Γραφομηχανές. Κουλουριασμένες στη σκιά όσων έφυγαν. Περιμένοντας τα λερωμένα δάχτυλα κάποιου θηρίου ανθρωπόμορφου από αυτά που ονομάζονται πολιτισμός να απλωθούν σαν νότες σε ξεκουρδισμένο «πιάνω». Λες και το σκοτάδι θα κατορθώσει να διαπεράσει τις απρόσωπες μαριονέτες. Αν αυτό είναι που κάνει το κοινό να θέλει να με διαβάσει, οδηγίες και κανονισμοί η κλωστή στην οποία ισορροπώ. Είμαι χρηστή ή χρήσιμη τώρα; Γιατί εσύ, η πιο πιστή άπιστη αντανάκλασή μου σκοπεύεις να μετατραπείς σε χρήστη ή… άχρηστο φρένο, φρένο του σήμερά μου, εντός μόλις ολίγων δευτερολέπτων. Μεταφορικά, κάθε άλλο παρά με δωρεάν μεταφορικά, προς αυτού του είδους την έμπνευση γυρίζω τη σελίδα και σφυρίζω να ξεκινήσει παράγραφος και όχι η παραγραφή, σφραγίζοντας όλα τα σωστά που συνοδεύονται από το πέπλο, από τις επιταγές λαθών που δεν έκοψα. Το πρόβλημα με εμάς τις γραφομηχανές δεν είναι η μελανή μνήμη που πετιέται σε σκούρους μπλε κάδους, αλλά το πώς γεμίζουμε τρωτά αποτυπώματα ώστε να αντέξουν τα γραπτά, όταν δεν αντέχουν άλλο οι συγγραφείς. Αποτυπώματα στυλό που ξεχείλισε, όχι επειδή ήταν υπερβολικά γεμάτο, αλλά επειδή θέλησε να εκ-ραγεί, να σκάσει. Ναι, να σκάσει όπως λέμε να σιωπήσει για πάντα, μετά από μια τελευταία προσπάθεια να σε πείσει να ξεπλύνεις τα δάκτυλα και τα ρούχα σου από τη σκούρα μπλε ενοχή.
Η καυστικότητα που με διακατέχει υποψιάζεται πως αν η Ευρώπη και η Ασία έπαιζαν μπιλιάρδο στο ίδιο τραπέζι, η Ασία θα άφηνε όλες τις μπίλιες διασκορπισμένες για να φαίνεται γεμάτος ο χώρος και η Ευρώπη, ακολουθώντας (δια)κριτικά, θα στόχευε το τρίγωνο. Φυσικά, στο ενδιάμεσο δε θα μπορούσε να μη δηλώσει την παρουσία της η Αμερική, που θα αναρωτιόταν για ποιο λόγο η τελευταία μπίλια είναι μαύρη, αλλά θα την εξίταρε το γεγονός ότι η λευκή πρέπει να τη χτυπήσει. Επιτρέψτε μου να παραλλάξω τη θέση αυτή του ρεαλισμού, εσείς οι υπόλοιποι αντιγραφείς, της σχολής «δεν υπάρχει παρθενογένεση». Ευχαριστώ, αν και αφού σας έχουν ευχαριστήσει τόσοι πριν από εμένα, προτιμώ να μεταφράσω την ευχαρίστησή μου σε ευγνωμοσύνη, μιας που η γνώμη μου μετράει. Φοβάμαι βέβαια. Φοβάμαι πως, αν δεν είναι αρκετά καλή, θα μετράει στάχτες. Σαν αυτό το παραμυθάκι χωρίς τηλεοπτική σήμανση. Κατάλληλο για όλους. Κοροϊδεύαμε τη Σταχτοπούτα δίπλα στο τζάκι, και φροντίσαμε να μεταφέρουμε τα δάκρυά της στο Μάτι, κι όταν επιτέλους είδαμε, και υποσχεθήκαμε να συνεχίσουμε να βλέπουμε από εδώ και πέρα, στα Τέμπη.
Πλησιάζουν οι εκλογές. Με ελαφρώς πιο αργούς ρυθμούς από ό,τι θα εκπνεύσει η κριτική σου στα σχόλια, αφότου εισέπνευσε φοιτητικό αίμα, τριήμερα πένθη και δακρυγόνα, δακρυγόνα από αυτά που στεγνώνουν τα δάκρυα προφανώς, διαδηλώσεις κυβερνώντων και δηλώσεις κυβερνωμένων, όχι το αντίθετο, όχι το αντίστροφο. Όχι το ανάποδο, ίσια τα φοράμε εμείς τα ρούχα μας. Τα ανθρώπινά μου λάθη σε ένα πανό και οι προδιαγραφές ομαλής μου λειτουργίας, που διαγράφουν τις ράγες πριν πάρει το δρόμο του το τρένο, να σου δίνουν τώρα την ανακούφιση ότι είμαι απλώς ένα κατασκεύασμα εργοστασίου, που ρυθμίζεται, που σπάει και τέλος, πέταμα. Μια πλοκή βιβλίου που αν δε σου αρέσει, σταματάς να το διαβάζεις, δεν το τελειώνεις, το ξεχνάς ή το αλλάζεις.
Λυπάμαι. Λυπάμαι που δεν είμαι εγώ ο σταθμάρχης. Λυπάμαι που δεν είμαι εγώ η άδεια που δόθηκε, που δεν είμαι εγώ το εισιτήριο χωρίς επιστροφή που θα επιστρέφει κάθε φορά που η οικογένειά σου ανοιγοκλείνει τα μάτια της στην ίδια καφετέρια, στο ίδιο στέκι που δε στέκει, που κείτεται. Λυπάμαι που η οικογένειά σου δε θα πάψει να εμπιστεύεται μόνο εμένα, δε θα μισήσει μόνο εμένα, δε θα απαιτήσει μόνο από εμένα να αναλάβω τις ευθύνες μου, να της εξηγήσω, να σε φέρω πίσω στο σπίτι σου, ασφαλή. Λυπάμαι που δε θα ξεσπάσει μόνο πάνω μου, που δε θα χτυπήσει εμένα, όπως αξίζω, με την αξία μου, που μετριέται σε ακέραιους αριθμούς. Ένα. Δύο. Τρία. Πενήντα επτά συν. Ανθρώπινες ζωές. Ανθρώπινες απώλειες. Ανθρώπινά μου λάθη. Λυπάμαι για τους ώμους της οικογένειάς σου που δε θα σταματήσουν ποτέ να κουβαλούν το δικό μου λάθος και αντί για εσένα θα βλέπουν τα δικά μου γράμματα στη σειρά, τα δικά μου βαγόνια να εκκενώνονται διαδοχικά και παρά τα όσα έκανα στην οικογένειά σου, μέσα στα βαγόνια μου θα ζουν. Λυπάμαι.
Αλλά, πλησιάζουν οι εκλογές. Θα με περιμένουν οι κατηγορούμενοι να τους ψηφίσω, για πρώτη φορά. Θα με περιμένει η κοινωνία μου να συνεδριάσω ως ολομέλεια, χωρίς όλα τα μέλη μου, για να αποφασίσω ποιός από αυτούς που μείναμε θα βγει φέτος. Αλλά δεν ξέρω, δεν ξέρω αν ψηφίζουμε ποιος θα αποφυλακιστεί ή ποιανού ο σωφρονισμός έχει περιθώρια βελτίωσης παραπλήσια της τελειότητας. Είναι τιμή να σε ψηφίζουν; Και περισσότερο, είναι τιμή να σε ψηφίζουν ξανά; Είναι τιμή να μην έχω επιλογή; Και περισσότερο, είναι τιμή να έχω ξεμείνει από επιλογές; Από εναλλακτικές επιλογές; Και είναι τιμή να το καταλαβαίνω ότι ξέμεινα επειδή βλέπω μόνο επιλόγους γύρω μου; Δεν ξέρω τι πρέπει να κάνω. Να αντικαταστήσω την τελεία από το κόμμα ή το κόμμα από την τελεία. Λες και ο πόλεμος τελείωσε ποτέ για να αρχίσει ξανά, λες και ο πόλεμος άρχισε ποτέ με σκοπό να τελειώσει. Ο πόλεμος που βρίσκεται πιο κοντά από τη Συρία, την Ουκρανία, το Αιγαίο.
Μεγάλωσα διαβάζοντας για μια χώρα του φωτός, ονόματι Ελλάδα, δεν είχα καταλάβει πλήρως ότι πηγαίναμε προς το συγκεκριμένο φως. Νόμιζα ότι είμαι το φως, ότι έστω θα γίνω, ότι μπορώ να γίνω το φως της χώρας μου, νόμιζα ότι όταν ευχόμαστε «παντού να σκορπίζεις της γνώσης το φως» εννοούμε ότι μαθαίνεις, ότι κατακτάς την ικανότητα να σκέφτεσαι, να μην εκπνέεις κριτική στα σχόλια χωρίς πρόσφυμα. Σκέψη. Κάτι ξέρει παραπάνω η δασκάλα πολιτική, που δε σχολιάζει καν. Και σε αφήνει να αναρωτιέσαι, το σύστημα διέπεται κρίση ή κριτική; Χθες, σήμερα, αύριο. Δεν υπάρχουν σχόλια επειδή δεν υπάρχει σκέψη ή επειδή μόνο στη σκέψη μου έμεινες; Τα κεράκια έγιναν κεριά και λαμπάδες. Και εσύ μου ζητάς να βάλω κόμμα. Ιδού η κομμα-τική μου τοποθέτηση λοιπόν. Μια καταδίκη. Θα με ψηφίσεις και πάλι, για να με καταδικάσεις και πάλι. Και φταίω. Φταίω. Φταίω γιατί με ψήφισα πρώτη εγώ. Ανέβηκα στην εξουσία, στην εξουσία μου, στην εξουσία σου, αλλά για αλλού ξεκίνησα. Σε άλλη στάση ήθελα να κατέβω. Και εντάξει, εγώ τουλάχιστον κατέβηκα. Εγώ κατέβηκα στις εκλογές. Εσύ γιατί με ανέβασες;










