
ΤΟ ΠΡΟΦΙΛ ΤΗΣ ΠΡΩΙΜΗΣ ΝΙΤΣΕΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ
Το έργο του Νίτσε ξεκίνησε να δομείται, κατά τα τελευταία χρόνια το 19ο αιώνα, 30 χρόνια πριν την εγκαθίδρυση του φασισμού στη Γερμανία. Νέος φιλόλογος ακόμη, ο Νίτσε κάνει την πρώτη του απόπειρα συγγραφής με το βιβλίο η «Γέννηση της τραγωδίας» το 1872, βαθιά επηρεασμένος από την κυρίαρχη πολιτιστική κουλτούρα που βασίζεται σε ένα νέο είδος μουσικής, το οποίο συνδυάζει το θέαμα και τον ήχο, κάτι που τα επόμενα χρόνια θα κατακρίνει εντόνως, ενώ στις επόμενες εκδόσεις του βιβλίου θα ενσωματώσει και την «Απόπειρα Αυτοκριτικής» του, σε σχέση με αυτό. Κύριος εκπρόσωπος αυτού, του νέου μουσικού ρεύματος που θυμίζει αρχαία ελληνική τραγωδία, είναι ο συνθέτης Ρίχαρντ Βάγκνερ. Το ιστορικό πλαίσιο, κατά το οποίο ξεκινάει να γράφει ο Νίτσε, είναι μετά τη νίκη των Γερμανών έναντι των Γάλλων, και που στη χώρα του, υπάρχει μία καλπάζουσα εξέλιξη της επιστήμης και της τεχνολογίας. Στα νέα πολιτικά δεδομένα εντάσσεται πέρα από την τεχνολογική πρόοδο, και το κίνημα του Κολεκτιβισμού που οδηγεί σε μία μαζικότητα και προωθεί την αναδιοργάνωση της κοινωνίας και τη επιβολής μιας “νέας δημοκρατίας” , με την αποδόμηση της μοναρχίας και την άνοδο της αστικής τάξης. Αν και οι απόψεις που διατυπώνει ο Νίτσε ανήκουν στο ρεύμα του Μοντερνισμού που αποπνέει η πλειοψηφία του καλλιτεχνικού κόσμου στην Ευρώπη, εκείνος του ασκεί δριμύτατη κριτική. Το κίνημα του Μοντερνισμού δεν είναι παρά ένα «μωσαϊκό» αντιλήψεων που σχετίζονται με νέες ιδέες, νέα αφηγήματα που βασίζονται στο μέλλον, θέλοντας να «εναντιωθούν» στην προϋπάρχουσα κοινωνικοπολιτική κατάσταση, το status quo, στην οποία κυριαρχούν οι συντηρητικές και οι ρεαλιστικές αξίες. Μέσα από αυτό το ρεύμα προωθούνται, όπως προαναφέραμε, οι κοινωνίες των μαζών, ή κατά το Νίτσε, η γενικότητα και η μετριότητα, ως συνακόλουθο της μαζικότητας, αυτής, μην αφήνοντας κανέναν να ξεχωρίσει.
Στο βιβλίο του «Η Γέννηση της τραγωδίας», ο Νίτσε παρουσιάζει το δίπολο των «απολλώνιου» και «διονυσιακού» στοιχείων. Δύο άκρως αντίθετα σημεία, τα οποία όμως δε θα μπορούσαν να υπάρξουν μεμονωμένα, είναι δηλαδή μία ενότητα. Αν θα έπρεπε να δώσουμε μία πολύ σύντομη περιγραφή του «απολλώνιου» στοιχείου, θα το προσδιορίζαμε ως το «φαίνεσθαι», το «πέπλο» της ομορφιάς, το μύθο, που από πίσω του «κρύβει» κάτι το φοβερό. Αυτό, το φοβερό που βρίσκεται «πίσω» από το «απολλώνιο» είναι το «διονυσιακό» στοιχείο. Το «διονυσιακό», για το οποίο θα «μιλήσουμε» διεξοδικά, είναι το βάναυσο, το βάρβαρο, είναι η ατέρμονη φρίκη. Το ατελείωτο «σκοτάδι», αυτή η ωμότητα, που απαρτίζει το «διονυσιακό» στοιχείο, οφείλεται στην έλλειψη ορίων, χαρακτηριστικό γνώρισμα της φαντασίας. Η φρίκη μέσω της φαντασίας, «αγγίζει» ακραίες διαστάσεις, οι οποίες από μόνες τους δε θα μπορούσαν να καταλαγιάσουν, τότε το «διονυσιακό» στοιχείο «συναντάει» το «απολλώνιο», το οποίο μέσω της εικόνας, οριοθετεί την απειλή της μη μορφής, «ρίχνει φως στο σκοτάδι». Αντίστοιχα, όπως στο κομμάτι της φαντασίας επέρχεται η πλαισίωση από την εικόνα, έτσι και στην αδιάκοπη, μονότονη και έντονη μουσική, του «διονυσιακού» στοιχείου, ακολουθείται ο περιορισμός της έντασης από το ρυθμό και το μέτρο, αλλά και πάλι, από την εικόνα, του «απολλώνιου», αφού έχουμε μία πολυμεσική κουλτούρα, -τραγωδία, σχήματα Βάγκνερ, σημερινά μουσικοχορευτικά βίντεο-, που «προστατεύει» από τις απειλές που δέχεται το νευρικό μας σύστημα, οι οποίες μπορούν να προκαλέσουν παράξενες καταστάσεις. Η ύπαρξη των «διονυσιακού» και του «απολλώνιου» στοιχείων επικρατεί και στον τομέα της γλώσσας. Η επονομαζόμενη γλωσσική «πραγματικότητα» δομείται από μία πληθώρα σχημάτων λόγου, τα οποία διαμεσολαβούν μεταξύ της ωμής «πραγματικότητας» και της κατασκευασμένης, εκείνης που αντιλαμβανόμαστε. Η ωμή «πραγματικότητα», αυτή, η οποία δεν μπορεί ούτε καν να προσδιοριστεί, παρά μόνο να τη φανταστούμε μπορούμε, ανάγεται στο «διονυσιακό» στοιχείο, το οποίο ορίζεται από τα σχήματα λόγου, και συγκεκριμένα από τη «μεταφορά», του «απολλώνιου». Συνεπώς, κατανοούμε, πως το «απολλώνιο» στοιχείο είναι αυτό, το οποίο τοποθετεί ένα κάδρο γύρω από το σημείο του φαντασιακού (:εικόνα), του πραγματικού (:μουσική) και του συμβολικού (:λόγια), απωθώντας το άμορφο, το τραγικό.
Βιβλιογραφική αναφορά:
- Νίτσε Φρίντριχ, (Οκτώβριος 2018, τρίτη έκδοση). Η γέννηση της τραγωδίας ή Ελληνισμός και Απαισιοδοξία (μτφ. Χρήστος Μαρσέλλος). Αθήνα: Εκδόσεις Βιβλιοπολείον της “Εστίας” Ι. Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α. Ε.
- Κοφμάν Σάρα, (Μάιος 2010). Ο Νίτσε και η μεταφορά (μτφ. Δημήτρης Γκινοσάτης). Αθήνα: Εκδόσεις Σμίλη.
- Llàcer Toni, (2019). Νίτσε: Ο υπεράνθρωπος και η θέληση για δύναμη (μτφ. Νάσος Κυριαζόπουλος). Αθήνα: RADNET.
- Φωτογραφία: Κολάζ μέσω του Canva, επιμέλεια και επεξεργασία: Γιώτα Πεπαρίδη










