Έρωτας: Μια ιδέα μες στην αιωνιότητα

Δεν ξέρω αν η λέξη έρωτας μπορεί ρεαλιστικά να εξηγηθεί ή αν πραγματικά έχει καταφέρει κανείς ποτέ να καθορίσει την αξία της. Αναμφίβολα, έχουν γραφτεί εξαιρετικά κείμενα από φιλοσόφους, ποιητές, λογοτέχνες και θεατρικούς συγγραφείς ανά τους αιώνες για τον έρωτα. Και ίσως σε αυτούς οφείλουμε όλη αυτή τη γνώση, που μας έχει βοηθήσει να εκφράζουμε και να καθορίζουμε την έννοια του έρωτα βιωματικά αλλά και σ΄ ένα γενικότερο τρόπο σκέψης, στο καθολικό πλαίσιο της ζωής μας.
Κατά τον Πλάτωνα, ο έρωτας ξεπερνά το σαρκικό πόθο και εκφράζεται μέσα από την ψυχή και το νου, μέσα από τη ανάγκη να γνωρίσουμε το αντικείμενο του έρωτά μας και να εξυψωθούμε μέσω αυτού πνευματικά. Δεν εστιάζει όμως στην κατάκτηση, αλλά στην ανάγκη και την ορμή μας γι’ αυτό. Δεν είναι τυχαίο ότι αναφέρεται στον έρωτα ως Δαίμονα, δηλαδή κάτι ανάμεσα σε θνητό και θεό (Συμπόσιον – Πλάτων).
Σύμφωνα με αυτό το μοτίβο και καθώς η φιλοσοφία του έρωτα είναι κάτι πολύ μεγάλο, διάλεξα να κάνω μια αναφορά στον έρωτα μέσα από ένα μεγάλο έργο του Ευγένιου Ο’ Νηλ. Στο Πόθοι κάτω απ’ τις λεύκες (1924) φαίνεται καθαρά πόσο ισχυρή, αλλά και πόσο καταστρεπτική μπορεί να είναι η επίδραση του έρωτα στο μυαλό ενός ανθρώπου. Το θεατρικό αυτό κείμενο πραγματεύεται τον έρωτα ανάμεσα στο νεαρό Ήμπεν Κάμποτ και τη μητριά του Άμπη Πάτναμ. Ωστόσο, το έργο δεν εστιάζει μόνο στον έρωτα των δύο αυτών προσώπων, αλλά στην τάση όλων των χαρακτήρων για κατάκτηση, που εν προκειμένω αφορά το κτήμα της οικογένειας Κάμποτ.
Ο ανταγωνισμός των τριών βασικών προσώπων του έργου (Ήμπεν, Άμπη και Εφραίμ Κάμποτ – πατέρας του Ήμπεν και σύζυγος της Άμπη), για τα δικαιώματα που νιώθουν πως έχουν απέναντι στο κτήμα που μένουν, γεννά μια ορμητική ανάγκη του καθενός για διεκδίκηση, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα εκρηκτική, συνυφασμένη με τα ενδόμυχα και αρχέγονα συναισθήματα που προκαλούνται μέσα από τον έρωτα. Και οι τρεις, ο καθένας για τους δικούς του λόγους, θεωρούν πως το κτήμα τους ανήκει, σχεδιάζοντας και ελπίζοντας στο τέλος να το κερδίσουν.
Εντούτοις, η ανταγωνιστική έχθρα των δύο αυτών νέων δεν αποτρέπει τη μοιραία έλξη ανάμεσα τους, η οποία θα εξελιχθεί τελικά σε σχέση που θα τους χαρίσει ένα παιδί. Όμως οι ίντριγκες του παρελθόντος θα τους φέρουν στο τέλος αντιμέτωπους. Η σχέση τους έχει παραμείνει μυστική και ο Εφραίμ θεωρεί το παιδί δικό του, καθώς και νόμιμο κληρονόμο του κτήματος. Ο Ήμπεν, μένοντας πιστός στην αγάπη του για το κτήμα που θεωρεί μητρική κληρονομιά, νιώθει προδομένος καθώς πιστεύει πως πως η Άμπη εκμεταλλεύτηκε την αγάπη του για να του πάρει αυτό που θεωρεί δικό του. Εν βρασμώ ψυχής, θα απαρνηθεί την αγάπη του γι’ αυτήν και το παιδί τους, γεγονός που θα φέρει την Άμπη στα άκρα. Μέσα στην απελπισία της και για να αποδείξει την αγάπη της στον Ήμπεν, αποφασίζει να σκοτώσει το ίδιο της το παιδί, αφού θεωρεί πως ως κληρονόμος είναι το μόνο εμπόδιο ανάμεσα τους. Γεμάτος απέχθεια, ο Ήμπεν καταγγέλλει την Άμπη στην αστυνομία, όμως τελικά η αγάπη που νιώθει μέσα του υπερτερεί, αναλαμβάνοντας εξίσου ευθύνη γι’ αυτή την ειδεχθή πράξη και ακολουθώντας την οικειοθελώς στη φυλακή.
Η σκληρή αυτή ανατροπή του έργου αποδεικνύει πόσο οδυνηρός μπορεί να είναι ο έρωτας για έναν άνθρωπο, νιώθοντας ανήμπορος κι απελπισμένος χωρίς το αντικείμενο του πόθου του. Τα γλυκά και δοτικά συναισθήματα μεταβάλλονται γοερά σε μία δύνη που κάνει τα πρόσωπα δέσμια του πάθους τους. Πάντοτε βέβαια μιλάμε για μυθοπλασία. Όμως αυτή η μυθοπλασία έχει τις καταβολές της στην αρχαιοελληνική Μήδεια, πράγμα που καταδεικνύει πως ο έρωτας είναι μία έννοια αιώνια και μας κάνει να σκεφτούμε πως κάποιες πτυχές της είναι πάντα απρόβλεπτες και δυναστικές. Ακόμα όμως και μέσα από αυτό το ολέθριο συνονθύλευμα, η σύνδεση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους μπορεί να είναι μοναδική, ‘’αδιάντροπα’’ ρομαντική και αισθαντική, όπως παρουσιάζεται στο τέλος του έργου.
Όταν τίποτα δεν τους έχει απομείνει, έχουν ως μοναδική ελπίδα για τη σωτηρία της ψυχής τους τον έρωτα που νιώθουν ο ένας για τον άλλον. Τώρα πια δεν θα αφήσουν κανένα εμπόδιο να σταθεί μπροστά στον ασίγαστο αυτό έρωτά, σφραγίζοντας τον με τη μέγιστη πράξη να θυσιάσουν την υπαρκτή ζωή τους στη φυλακή, αλλά όχι να φυλακίσουν τα αισθήματά τους (Η: Σ’ αγαπώ! Συγχώρεσέ με! Α: Μόνο γι’ αυτή σου τη λέξη, σε συγχωρώ για όλα! .. Τώρα μπορώ να τ’ αντέξω όλα!).
Αποσβολωμένοι προχωρούν χέρι χέρι προς το αστυνομικό τμήμα, κοιτώντας την ανατολή και λέγοντας τη λέξη ‘’Σ’ αγαπώ’’. Ο έρωτας λειτουργεί καθαρτικά, καθώς είναι το μόνο πράγμα που τους κρατάει ζωντανούς, το μόνο φως που βλέπουν στη ζωή για να αντέξουν τη μάταιη ύπαρξή τους.
ΠΗΓΕΣ:
Συμπόσιον ή Περί Έρωτος (Πλάτων)
Πόθοι κάτω απ’ τις λεύκες (Ευγένιος Ο’ Νηλ)










