ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ: «Ο ΞΕΝΟΣ»

Μας γράφει η Ιωάννα Τάσιου
Ο Ξένος, είναι πρώτο μυθιστόρημα του Αλμπερ Καμύ, τον 20 αιώνα. Πρόκειται για ένα βιβλίο τόσο επίκαιρο για την εποχή, ακόμη κι αν γράφτηκε περίπου έναν αιώνα πριν. Το πρόσωπο που αναφέρεται και ως ξένος, δεν είναι πάρα μόνο ο ίδιος ο εαυτός του προσώπου που αναφέρει ο Καμύ. Ένα πρόσωπο που σήμερα αν είχε την ίδιες απόψεις, μονάχα τρελό θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Ένα αίσθημα δικαιοσύνης, κατακλύζει τον ήρωα για τον όποιο ο θάνατος δεν αποτελεί φόβο, αλλά μια κατάσταση που είτε θέλουμε είτε όχι θα έρθει, μα στην πραγματικότητα και να κάνουμε κάτι, πάλι θα έρθει. Πρόκειται για μια προκαθορισμένη πράξη.
Στο διάβα αυτού του ανθρώπου, την στιγμή που ο συγγραφέας φωτίζει για ένα μικρό διάστημα την τόσο σκοτεινή ζωή του, περιβάλλεται από πολλούς ανθρώπους. Μαστροπούς, άτομα που ”σιχαίνεται” καθώς δεν πρόκειται παρά για το αφεντικό του , άτομα της πολυκατοικίας στην οποία ζει, πρόσωπα που ποτέ του δεν κατάλαβε ή δεν προσπάθησε καν να τους καταλάβει. Έκρινε χωρίς καν να κρίνει, φίλους, άτομα της καθημερινότητας του, Άραβες αλλά και μια γυναίκα.
Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός, ότι το μυθιστόρημα ξεκινάει με έναν θάνατο, αυτό της μητέρας του, μέσω ενός γράμματος του αναγγέλλεται ο θάνατος της μητέρας του. Δεν γνωρίζει καν την ακριβή ώρα. Ποιος δεν θα ήθελε να ξέρει, ποτέ πέθανε η γυναίκα που τον έφερε στον κόσμο? Ζούσε για χρόνια στο γηροκομείο, καθώς ”δεν είχαμε τι να πούμε” όπως αναφέρει. Η κηδεία και η μέρα πριν από αυτή δυο μέρες ωμές, αδιάφορες με το ζοφερό γεγονός δεν κλόνισε την ψυχή του, απλώς ”τον έβγαλαν ” από την ρηχή και σκοτεινή ζωή του. Μόλις χάνει την μητέρα του, σημαντικό του αμάρτημα η μη ρίψη δακρύων, γνωρίζει την Μαρί , τον έρωτα της ζωής του, έστω εκείνη την περίοδο. Περίεργο είναι το γεγονός, ότι χρησιμοποιεί το όνομα της Παναγίας, ενώ δεν συμμερίζεται την θρησκεία. Την επόμενη κιόλας του θανάτου της μητέρας του, περνά τη μέρα του στη θάλασσα, ο θάνατος ένα μικρό σύννεφο σε μια ηλιόλουστη μέρα. Εκεί συναντά τη Μαρί. Τον ερωτεύεται, ο ήρωας δεν γνωρίζει. Με ωμό και νηφάλιο τρόπο της αποκρίνεται πως δεν την αγαπά, μα και να την αγαπούσε, θα ήταν επειδή ήταν γυναίκα, όχι η Μαρί.
Γνωρίζει φίλους, από την ταβέρνα, από την πολυκατοικία, όχι όμως φίλοι γι’ αυτόν απλά γνωστοί. Παρατηρεί τους πάντες, μα στην πραγματικότητα δεν νοιάζεται για τίποτα. Η σκέψη για δευτερόλεπτα φουντώνει μέσα του, και με ένα απλό κλείσιμο του φωτός σταματά. Δε νοιάζεται. Έτσι απλά γίνεται ένα με την Μαρί ή ξεχνάει την ζέστη. Η Μαρί πάντοτε όμορφη και έντονη σαν το κόκκινο χρώμα που συντροφεύει κάθε της παρουσία. ο ερωτισμός ηχεί από παντού στην κουφή αυτή ζωή που ο ίδιος είχε κλείσει με τα χέρια του . Ο μοναδικός του φίλος, αυτός που βοήθησε ήταν αυτός που στάθηκε αιτία για την δική του καταδίκη. Ένας Μαστροπός, θέλοντας να τιμωρήσει το κορίτσι του, την λανθασμένη ”ιδιοκτησία΄” του, του ζητά βοήθεια και πράγματι την τιμωρεί. Το ξύλο και η βία κυριαρχεί σε αυτή την σχέση. Συνεχίζεται και ο ίδιος ο ήρωας, μα με ένα ”δε βαριέσαι” συνεχίζει μια ζωή που ούτε ο ίδιος δεν ξέρει αν στην πραγματικότητα ζει ή απλώς υπάρχει.
Ο ήλιος, σημάδι της χαράς και κατ’ επέκταση της ζωής, κυριαρχεί, ένα ηλιόλουστο πρωινό και στέκεται η αιτία, ο ίδιος να γίνει αυτόπτης μάρτυρας μιας παραλίγο απόπειρας του Μαστροπού από έναν Άραβα, αδερφό της δήθεν ”ιδιοκτησίας” του. Παραλίγο να έρθει ο θάνατος, μα η στιγμή δεν ήταν η σωστή. Είχε ζέστη, η θάλασσα χαλαρώνει τον ήρωα, μέχρι την στιγμή που παραλληλίζει την ζωή του με την ζωή του κάβουρα. Αν και ζώο της θάλασσας, δεν ξέρω να κολυμπάει, μπορεί και να πνιγεί. Αν και ο ίδιος υπάρχει στην ζωή, δεν την ένιωσε ποτέ, ίσως να μην ένιωσε και τίποτα ποτέ.
Ο πολύς ήλιος σαλεύει το μυαλό του και με πέντε σφαίρες σκοτώνει ο ίδιος ο ήρωας με το όπλο που του έδωσαν για προστασία. Ένα ηλιόλουστο πρωινό πνίγηκε στην σκοτεινιά μιας ατυχής στιγμής, χωρίς πραγματική ουσία.
Φυλακίζεται, μα ακόμη κι εκεί παραμένει αληθινός και σαφής στις απόψεις του, κυνικός ακόμη κι αν πρόκειται για την σωτήρια του. Θυμάται την μητέρα του, μονάχα τότε, καμία άλλη φορά εκτός από την αρχή, ως εμπόδιο στην μέρα του. Η ζωή στην φυλακή του αρέσει καθώς το φαγητό και ο ύπνος είναι εντάξει για την ζωή του. Η προηγούμενή του ζωή ήταν απλά ενός υπαλλήλου που αν και μπορούσε να εξελιχτεί επιλέγει να μην το κάνει, ” δε βαριέσαι, γιατί να χάσω την πόλη μου;”
Μέσα σε ένα χρόνο η δική του διεξάγεται αναλυτικά. Μέσα στις σελίδες μαρτυρίες που ούτε στο ελάχιστο δεν έδειχναν έναν άνθρωπο μετανιωμένο τόσο για τον Άραβα όσο και για την μητέρα του. Η μη ρίψη δακρύων στην κοινωνία του φαίνεσθαι ήταν ολωσδιόλου ξένη. Λέξεις που ειπώθηκαν, ξεχαρβολεμενες σκέψεις υπό το πρίσμα της ζέστης έμελλε να συνταχθούν σε μια θανατική καταδίκη για παραδειγματισμό. Η δίκη κρατάει μέρες και οι δημοσιογράφοι ήταν παρόντες μιας και το λιθαράκι αυτό το είχαν σπείρει από παλιά εκείνοι, οι τιτάνες τις δημοσιογραφίας. Στη λύσσα τους να βγει η είδηση καραδοκούν, θαρρείς κι αυτός που θα πει την παραπάνω λέξη, θα είναι και ο καλύτερος. Μονάχα ένας τον κοιτούσε μέσα στα μάτια, αν και φονιάς. Την ημέρα της καταδίκης, ένας απλός δικηγόρος, ξένος, καθώς δεν θέλησε να τον αναλάβουν του ανακοινώνει την ποινή του, εκείνη την ημέρα ο δημοσιογράφος κοιτούσε το παράθυρο Το μόνο που θα του λείψει είναι το μέρος που ζει και το καλοκαίρι. Η Μαρί δεν του λείπει, μονάχα παρατηρεί το κόκκινο κραγιόν που θα ήθελε πολύ με το ίδιο να λερώσει και τα δικά του χείλη, ήθελε να την φιλήσει, απλώς ήθελε. Σαν να ήταν η ζωή μέσα στην ζωή του, το χρώμα του, το χαμόγελο του που ποτέ δεν υπήρχε στα χείλη του.
Μέσα στην φυλακή κατανοεί πράγματα που δεν μπορούσε να αναγνωρίσει, μονάχα η Μαρί τον έβλεπε, μια εφήμερη σχέση που μόνο στην σκέψη της θανατικής ποινής, της χειρότερης απόφασης συλλαμβάνει τον εαυτό του να θέλει να την παντρευτεί, πρόταση που η ίδια του είχε κάνει πριν την φυλακή. Δεν μπορεί να το αλλάξει, άνετος μα ολοένα και περισσότερο χάνει τον ύπνο του, ο ψίθυρος εισχωρεί από παντού, η ώρα της λύτρωσης κοντοζυγώνει και καθετί οδηγεί εκεί. Ο ήρωας σιωπά, αναλογίζεται σαν ξένος κοιτάει την ζωή του που δεν αναγνωρίζει πια, η μόνη του νίκη θα είναι ο κόσμος, που με τις φωνές του θα σπάσει την κουφαμάρα μιας μέρας που πολύ θα ήθελε να αλλάξει. Οι φωνές αυτές, δεν θα είναι άλλες παρά μόνο φωνές μίσους για κάποιον που λόγω ζέστης, σκότωσε.
Πηγή:
- Αρχικός τίτλος: L’ ETRANGER
- Καμύ, Α. (2010). «Ο Ξένος» Εκδόσεις: Καστανιώτη. Μετάφραση: Καρακίτσου-Ντούζε Ν., Κασαμπάλογλου-Ρόμπλεν Μ.










