Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ
ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Γράφει ο Χαράλαμπος Δημήτρουλας
Ο τουρισμός είναι ο βασικός κλάδος για την οικονομία και το ΑΕΠ, ειδικά της Ελλάδας.
Ο τουρισμός αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παραγωγικούς τομείς πολλών χωρών «υποδοχής» τουριστικών ροών, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η Ελλάδα, με ιδιαίτερη συμβολή στο ΑΕΠ, στη δημιουργία απασχόλησης και στην οικονομική ανάπτυξη. Για ορισμένες μάλιστα χώρες ή περιοχές θεωρείται ως η «βαριά βιομηχανία» τους, που συμβάλλει καθοριστικά στο ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών και η κυριότερη πηγή εισοδήματος. Με δεδομένη τη σημαντικότητα του τουρισμού στην ανάπτυξη, στο άρθρο αυτό γίνεται μια κριτική θεώρηση των οικονομικών επιρροών που ασκεί ο τουρισμός στην εθνική οικονομία κάθε μιας χώρας υποδοχής, με κυρίως αντικείμενο μελέτης την Ελλάδα. Συγκεκριμένα, περιγράφεται συνοπτικά η πρόσφατη εξέλιξη του διεθνούς τουρισμού και η γενικότερη συνεισφορά του στις οικονομίες των χωρών που επηρεάζει. Επίσης, αναλύεται η συνεισφορά του τουρισμού στα βασικότερα μεγέθη της ελληνικής οικονομίας και τέλος διατυπώνονται γενικά συμπεράσματα που προκύπτουν από την ανάλυση που προηγήθηκε και περιγράφονται τα βασικότερα χαρακτηριστικά του σύγχρονου τουρισμού.
Η Ελλάδα είναι ένας σημαντικός τουριστικός προορισμός και πόλος έλξης στην Ευρώπη από την αρχαιότητα, για τον πλούσιο πολιτισμό και την ιστορία της, η οποία αντανακλάται σε μεγάλο βαθμό από τα 18 μνημεία παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO, που είναι μεταξύ των περισσότερων στην Ευρώπη και τον κόσμο, καθώς και για τη μεγάλη της ακτογραμμή, τα πολλά της νησιά και τις παραλίες της.
Η Ελλάδα προσέλκυσε 33 εκατομμύρια επισκέπτες το 2018 και 30,1 εκατομμύρια επισκέπτες το 2017, καθιστώντας την Ελλάδα μία από τις πιο επισκέψιμες χώρες στην Ευρώπη και τον κόσμο και συμβάλλοντας σχεδόν κατά 25% στο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν του έθνους.Η Ελλάδα είναι ένας από τους πιο δημοφιλείς ΛΟΑΤ προορισμούς της Ευρώπης. Ο θρησκευτικός τουρισμός και προσκυνήματα, ο οικοτουρισμός , ο συνεδριακός τουρισμός και ο ιατρικός τουρισμός είναι σημαντικός και επίσης γίνονται πρωτοβουλίες για την προώθηση του εποχιακού τουρισμού. Μερικοί από τους κυριότερους τουριστικούς προορισμούς της χώρας περιλαμβάνουν την Αθήνα που είναι η πρωτεύουσα της χώρας, καθώς και τα νησιά Σαντορίνη, Μύκονος, Ρόδος, Κέρκυρα και Κρήτη, καθώς και την χερσόνησο της Χαλκιδικής.
1.1 Σκοπός έρευνας
Σκοπός της έρευνας είναι μια μικροοικονομική προσέγγιση και η αξία του τουρισμού για το Α.Ε.Π και την οικονομία, αξία που δίνει σαν κλάδος.
Πώς ο τουρισμός συμβάλει στην στα διάφορα είδη ανεργία και το ενεργητικό δυναμικό και πως συνδυάζετε με παραδείγματα, μια προσέγγιση τόσο θεωρητικά όσο και εμπειρικά.
1.2 Συμβολή Έρευνας
ΤΙ Είναι τουρισμός: είναι ένας πολύ διαδεδομένος τρόπος ψυχαγωγίας, ειδικά στον Δυτικό Κόσμο ενώ παράλληλα αποτελεί μια πολύ μεγάλη βιομηχανία και σημαντικοτάτη πηγή εσόδων για τις τουριστικές χώρες μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα. To 2015 οι κορυφαίοι τουριστικοί προορισμοί ήταν η Γαλλία, οι ΗΠΑ, η Ισπανία και η Κίνα.
Πολλές είναι οι προσπάθειες που έχουν γίνει για να δoθεί ένας επακριβής ορισμός του Τουρισμού. Από τα κύρια χαρακτηριστικά του, πέντε μπορούν να εξακριβωθούν εννοιολογικά και συγκεκριμένα τα εξής:
- Ο τουρισμός είναι αποτέλεσμα μεμονωμένης ή ομαδικής μετακίνησης ανθρώπων σε διάφορους τουριστικούς προορισμούς και η διαμονή τους σε αυτούς επί τουλάχιστον ένα 24ωρο με σκοπό την ικανοποίηση των ψυχαγωγικών τους αναγκών.
- Οι διάφορες μορφές του τουρισμού περιλαμβάνουν απαραίτητα δύο βασικά στοιχεία: Το ταξίδι στον τουριστικό προορισμό και τη διαμονή σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένου της διατροφής.
- Το ταξίδι και η διαμονή λαμβάνουν χώρα εκτός του τόπου της μόνιμης διαμονής των ανθρώπων που αποφασίζουν να μετακινηθούν για τουριστικούς λόγους.
- Η μετακίνηση ανθρώπων σε διάφορους τουριστικούς προορισμούς είναι προσωρινού και βραχυχρόνιου χαρακτήρα, που σημαίνει ότι πρόθεσή τους είναι να επιστρέψουν στον τόπο της μόνιμης κατοικίας τους μέσα σε λίγες, μέρες βδομάδες ή μήνες.
- Οι άνθρωποι επισκέπτονται τουριστικούς προορισμούς για τουριστικούς λόγους, δηλαδή για λόγους άλλους από εκείνους της μόνιμης διαμονής τους ή της επαγγελματικής απασχόλησής τους.
Το 1941 οι καθηγητές Hunziker και Krapf του Πανεπιστημίου της Βέρνης υποστήριξαν την άποψη πως ο τουρισμός πρέπει να οριστεί σαν το σύνολο των φαινομένων και σχέσεων που προκύπτουν από την πραγματοποίηση ενός ταξιδιού σε έναν προορισμό και τη διαμονή σε αυτόν μη μόνιμων κατοίκων του.
Το 1937 η Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων της Κοινωνίας των Εθνών σύστησε στις χώρες-μέλη της να υιοθετήσουν έναν ορισμό που χαρακτήριζε τον τουρίστα σαν ένα άτομο που ταξιδεύει για ένα χρονικό διάστημα 24 ωρών ή περισσότερο σε μια χώρα διαφορετική από εκείνη που διαμένει μόνιμα.
Δυόμιση δεκαετίες αργότερα, το 1963 η Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για Διεθνή Ταξίδια και Τουρισμό, που πραγματοποιήθηκε στη Ρώμη συμφώνησε ο όρος επισκέπτης να περιγράφει κάθε άτομο που επισκέπτεται μία χώρα διαφορετική από εκείνη που διαμένει μόνιμα, για οποιοδήποτε λόγο εκτός από εκείνο της άσκησης ενός επαγγέλματος για το οποίο να αμείβεται με χρηματικούς πόρους της χώρας την οποία επισκέπτεται. Ο ορισμός αυτό καλύπτει δύο κατηγορίες επισκεπτών:
- Τους τουρίστες: άτομα που επισκέπτονται μια χώρα και διαμένουν σε αυτήν τουλάχιστον επί ένα 24ωρο, και των οποίων οι λόγοι επίσκεψης είναι τις περισσότερες φορές οι διακοπές, επαγγελματικοί, υγείας, σπουδές, συμμετοχή σε αποστολή ή σύσκεψη ή συνέδριο, επίσκεψη φίλων ή συγγενών, θρησκευτικοί και άθληση.
- Τους εκδρομείς: άτομα που επισκέπτονται μια χώρα και διαμένουν σε αυτή λιγότερο από ένα 24ωρο. Σε αυτούς περιλαμβάνονται οι επιβάτες κρουαζιεροπλοίων , οι επισκέπτες που έρχονται και φεύγουν την ίδια μέρα χωρίς να διανυκτερεύσουν, καθώς επίσης και τα πληρώματα πλοίων, αεροπλάνων κλπ.
Εσωτερικός τουρισμός
Κανένας από αυτούς τους ορισμούς δεν λαμβάνει υπόψη τον εσωτερικό τουρισμό. Τελευταία φορά, το θέμα της υιοθέτησης ενός ορισμού για τον εσωτερικό τουρισμό τέθηκε στην Παγκόσμια Διάσκεψη για τον Τουρισμό που συγκλίθηκε το 1980 στην Μανίλα των Φιλιππινών από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Τουρισμού, χωρίς όμως θετικό αποτέλεσμα. Σήμερα, κάποιες χώρες έχουν δώσει έναν ορισμό για τον ντόπιο τουρίστα. Οι ΗΠΑ π.χ. ορίζουν σαν τουρίστα που κάνει εσωτερικό τουρισμό οποιοδήποτε άτομο φεύγει από το σπίτι του με σκοπό να επισκεφτεί κάποιο μέρος που απέχει τουλάχιστον 50 μίλια (80,48 χιλιόμετρα) από αυτό για οποιοδήποτε λόγο εκτός της καθημερινής του μετάβασης στην εργασία.
Διακρίσεις του τουρισμού: Εγχώριος τουρισμός (domestic tourism): ο τουρισμός των κατοίκων μίας χώρας όταν ταξιδεύουν μόνο εντός αυτής (πχ. ένας Αθηναίος πηγαίνει στην Τρίπολη).
- Εξερχόμενος τουρισμός (outbound tourism): αφορά στους μόνιμους κατοίκους μίας χώρας οι οποίοι ταξιδεύουν σε μία άλλη χώρα (πχ. ένας Έλληνας που ταξιδεύει στη Γαλλία)
- Εισερχόμενος τουρισμός (inbound tourism): ο τουρισμός των αλλοδαπών οι οποίοι ταξιδεύουν σε δεδομένη χώρα (πχ. ένας Γάλλος που ταξιδεύει στην Ελλάδα)
- Διεθνής τουρισμός (international tourism): το σύνολο του εισερχόμενου και του εξερχόμενου τουρισμού.
- Εσωτερικός τουρισμός (internal tourism): το σύνολο του εγχώριου και του εισερχόμενου τουρισμού
- Εθνικός τουρισμός: (national tourism): το σύνολο του εγχώριου και του εξερχόμενου τουρισμού.
Ο Μαζικός Τουρισμός
Ο μαζικός τουρισμός είναι μια σχετικά νέα ιδέα, που προήλθε από την μεγάλη άνοδο των εισοδημάτων μετά την Βιομηχανική Επανάσταση. Πριν από αυτή, τα ταξίδια πολιτιστικού ή ψυχαγωγικού χαρακτήρα ήταν αποκλειστικό προνόμιο λίγων εκλεκτών περιηγητών, συνήθως αριστοκρατών.
Σήμερα, ο μαζικός τουρισμός είναι απευκταίος λόγω των δυσμενών επιπτώσεων που προκαλεί στο φυσικό περιβάλλον αλλά και σε κοινωνικό επίπεδο. Η παγκόσμια τάση σήμερα είναι ο τουρισμός να είναι φιλικός ως προς τον άνθρωπο και ως προς το φυσικό περιβάλλον. Μορφές τουρισμού όπως ο αγροτουρισμός, ο περιηγητικός τουρισμός, ο πολιτιστικός τουρισμός, ο συνεδριακός τουρισμός αλλά και ο τουρισμός των πόλεων (city breaks) θεωρούνται σήμερα οι μορφές που θα πρέπει να επικρατήσουν προκείμενου η τουριστική ανάπτυξη να καταστεί βιώσιμη καθώς και να καταπολεμηθεί η εποχικότητα.
Εναλλακτικός τουρισμός
Στην Ευρώπη ο όρος εναλλακτικός τουρισμός χρησιμοποιήθηκε για να προσδιορίσει τουριστικές δραστηριότητες που δημιουργούν εναλλακτικό εισόδημα σε προβληματικές οικονομικά κατηγορίες πολιτών ιδιαίτερα στον αγροτικό χώρο και έτσι συχνά ταυτίστηκε με τον αγροτουρισμο.
Στην Βελάδα ο όρος εναλλακτικός τουρισμός χρησιμοποιείται είτε για να προσδιορίσει τουριστικές δραστηριότητες εναλλακτικές του συμβατικού –Ξενοδοχειακού τουρισμού (που συχνά αποκαλείται και μαζικός χωρίς όμως να είναι το ίδιο πράγμα ) είτε για να προσδιορίσει φιλικές προς το φυσικό περιβάλλον τουριστικές δραστηριότητες όπως ο οικοτουρισμός ή ο αγροτουρισμός.
Και στις δύο περιπτώσεις δεν υπεισέρχεται η έννοια του εναλλακτικού εισοδήματος και οι επιπτώσεις αυτής της παράληψης είναι εξαιρετικά σημαντικές ιδιαίτερα για τις μορφές τουρισμού που έχουν σχέση με την περιφερειακή ανάπτυξη υποβαθμισμένων περιοχών.
Ο εναλλακτικός τουρισμός αποτελεί τμήμα των ειδικών μορφών τουρισμού, οι οποίες χαρακτηρίζονται από την ύπαρξη ενός ειδικού κινήτρου στη ζήτηση και από την ανάπτυξη μιας αντίστοιχης ειδικής υποδομής (προσφοράς). Με τον εναλλακτικό τουρισμό (alternative tourism), οι άνθρωποι αναζητούν ένα διαφορετικό τρόπο διακοπών, ο οποίος συνδέεται με την προστασία της τοπικής κουλτούρας, την προστασία του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος αλλά και με την αποφυγή της χρήσης υπηρεσιών οργανωμένου μαζικού τουρισμού.
Τι Είναι ανεργία : είναι η κατάσταση ενός ατόμου, που, ενώ είναι ικανό, πρόθυμο και διαθέσιμο να απασχοληθεί, δεν δύναται να βρει εργασία.
Το εργατικό δυναμικό αποτελείται από όσους έχουν εργασία (απασχολούμενοι) και εκείνους που δεν απασχολούνται (άνεργοι) αλλά έχουν δηλώσει ότι επιθυμούν και είναι διαθέσιμοι να εργασθούν. Τα άτομα αυτά συνήθως καταφεύγουν στην αναζήτηση εργασίας με αποστολή του βιογραφικού σημειώματος τους σε εταιρείες κτλ.
Το μη-εργατικό δυναμικό είναι το μέρος του ενήλικου πληθυσμού που ασχολείται με τα οικιακά, είναι συνταξιούχοι, ασθενούν σοβαρά ώστε απέχουν από την εργασία, ή δεν ψάχνουν για εργασία.
Το ποσοστό ανεργίας είναι ο αριθμός των ανέργων διαιρούμενος με το σύνολο του εργατικού δυναμικού.
Υπάρχουν τρία κύρια είδη ανεργίας:
- Η Ανεργία τριβής προκύπτει λόγω της ακατάπαυστης κίνησης των ανθρώπων μεταξύ περιοχών και θέσεων εργασίας ή διαφόρων σταδίων του κύκλου ζωής. Επίσης, περιλαμβάνονται τα άτομα που, λόγω φυσικών αιτιών, καθίστανται ανίκανα προς εργασία. Ουσιαστικά, αποτελεί το ελάχιστο επίπεδο ανεργίας που δεν μπορεί να μειωθεί σε μια δυναμική κοινωνία (εφ’ όσον, ακόμη και αν η οικονομία είναι σε πλήρη απασχόληση, κάποιοι θα αποχωρούν από τις θέσεις τους, κάποιοι φοιτητές θα ψάχνουν για εργασία μετά την αποφοίτησή τους, κάποιοι γονείς θα επανεντάσσονται στο εργατικό δυναμικό, και κάποιοι να θέλουν μια καλύτερη ή μια διαφορετική εργασία).
- Η Δομική ανεργία (ή διαρθρωτική ανεργία), οφείλεται στις αναντιστοιχίες μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, καθώς κάποιοι κλάδοι (ή ειδικότητες, ή γεωγραφικές περιοχές) έχουν αυξανόμενη ζήτηση και κάποιοι άλλοι πτωτική ζήτηση.
- Η Κυκλική ανεργία οφείλεται στην μειωμένη συνολική ζήτηση προϊόντων και υπηρεσιών. Αυτή η μορφή ανεργίας είναι αποτέλεσμα της επιβράδυνσης της ανάπτυξης σε περιόδους οικονομικής ύφεσης, η οποία έχει ως επακόλουθο την αδυναμία απορρόφησης του εργατικού δυναμικού.
Επίσης, η ανεργία μπορεί να κατηγοριοποιηθεί, ως προς την χρονική διάρκεια που το άτομο παραμένει εκτός απασχόλησης, σε μακροχρόνια ανεργία, σε βραχυχρόνια ανεργία και σε εποχιακή ανεργία.
Περαιτέρω κατηγοριοποιήσεις της ανεργίας γίνονται ανάλογα με τα κοινωνικά, δημογραφικά, εκπαιδευτικά, ηλικιακά ή άλλα χαρακτηριστικά (π.χ., γυναικεία ανεργία, ανεργία αποφοίτων Α.Ε.Ι., νεανική ανεργία, κ.ο.κ.).
Τα στοιχεία για την ανεργία στηρίζονται συνήθως στις ίδιες τις δηλώσεις των ανέργων στα ταμεία ανεργίας. Έτσι μια χώρα με πολύ υψηλότερα επιδόματα ανεργίας από μια άλλη, είναι δυνατόν να παρουσιάζει περισσότερη ανεργία επειδή περισσότεροι άνεργοι δηλώνουν επίσημα την κατάσταση τους για να λάβουν το επίδομα.
Σύμφωνα με το νεοκλασικό μοντέλο, σε μια πλήρως ελεύθερη αγορά δεν θα πρέπει να υπάρχει καθόλου μη-εθελοντική ανεργία, εκτός από την λεγόμενη ανεργία τριβής.
Οικονομικές και Κοινωνικές Συνέπειες της Ανεργίας
Όταν υπάρχει ανεργία υπάρχει απώλεια προϊόντος και εισοδήματος με αποτέλεσμα το προϊόν και το εισόδημα που διατίθεται στην κοινωνία για κατανάλωση και για επένδυση να είναι λιγότερο. Αυτό έχει ως συνέπεια η παραγωγική ικανότητα της κοινωνίας να βρίσκεται σε χαμηλότερο επίπεδο από εκείνο που θα μπορούσε να επιτευχθεί εάν υπήρχε πλήρης απασχόληση. Άρα η οικονομία λειτουργεί στο εσωτερικό της καμπύλης παραγωγικών δυνατοτήτων και αυτό είναι σοβαρή απώλεια για την κοινωνία και την οικονομία. Γίνεται αυτόματα κατανοητό ότι η ανεργία δημιουργεί οικονομικό και κοινωνικό πρόβλημα πρώτα στους ίδιους τους ανέργους και σαν συνέπεια σε όλη την οικονομία γιατί ένα τμήμα του πληθυσμού δεν έχει εισόδημα να διαθέσει στην αγορά. Το πρόβλημα της ανεργίας δεν μπορεί να λυθεί μόνο με την παροχή επιδομάτων, αλλά με την απασχόληση των ανέργων στην παραγωγική διαδικασία.
Το ένα τέταρτο του ελληνικού ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος δημιουργεί ο τουρισμός, αναδεικνύοντας τόσο την καταλυτική σημασία του για την εθνική οικονομία και την απασχόληση όσο όμως και τη μονοδιάστατη ανάπτυξη της χώρας. Με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, τουλάχιστον η μία ποσοστιαία μονάδα της ανάπτυξης, ύψους 1,9%, του 2018 προέρχεται από τον τουρισμό.
Ειδικότερα, ο τουρισμός το 2018 συνέβαλε άμεσα στη δημιουργία του 11,7% του ΑΕΠ της χώρας με 21,6 δισ. ευρώ, σύμφωνα με στοιχεία και εκτιμήσεις που περιλαμβάνονται στη μελέτη του Ινστιτούτου του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΙΝΣΕΤΕ), με τίτλο «Η συμβολή του τουρισμού στην ελληνική οικονομία το 2018».
Η άμεση συνεισφορά του τουρισμού στο ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 13,3% ή κατά 2,5 δισ. ευρώ σε σύγκριση με το 2017. Συνολικά (άμεσα και έμμεσα) ο τουρισμός το 2018 συνέβαλε από 25,7% (47,4 δισ. ευρώ) έως 30,9% (57,1 δισ. ευρώ) στη δημιουργία του ΑΕΠ.
Επομένως, και με δεδομένο πως οι ταξιδιωτικές εισπράξεις σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος εμφάνισαν αύξηση κατά 10,1% σε σύγκριση με το 2017 και διαμορφώθηκαν στα 16,113 δισ. ευρώ από 14,630 δισ. το 2017, συνάγεται πως ο τουρισμός προσέθεσε 1,483 δισ. στο ΑΕΠ μόνον από τις άμεσες επιδράσεις και ακόμη περισσότερα από τις έμμεσες. Τα ποσά αυτά αντιστοιχούν περίπου στο ήμισυ της συνολικής επέκτασης της οικονομίας. Αυτό όμως σημαίνει παράλληλα και τη μεγάλη ευαισθησία της χώρας, που δεν έχει αναπτύξει άλλον τόσο σημαντικό κλάδο –με εξαίρεση ίσως την ποντοπόρο ναυτιλία, που αντιστοιχεί στο 7%, περίπου, του ΑΕΠ– σε πιθανή επιβράδυνση της τουριστικής δραστηριότητας.
Απασχόληση
Στην αιχμή της τουριστικής περιόδου, μόνο μέσω της εργασίας στα καταλύματα και στην εστίαση (411.000 εργαζόμενοι), συνέβαλε στο 16,7% της απασχόλησης και συνολικά (άμεσα και έμμεσα) μεταξύ 36,7% και 44,2%, ενώ αποτέλεσε βασικό μοχλό μείωσης της ανεργίας, ιδιαίτερα των νέων και των γυναικών, αναφέρει η μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ. Επίσης, ο τομέας του τουρισμού είχε σημαντική συμμετοχή στην επενδυτική δραστηριότητα, ύψους 5 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 1,9 δισ. σε εγχώρια προστιθέμενη αξία.
ADVERTISING
Οπως επισημαίνεται στη μελέτη, ο τουρισμός είναι κατεξοχήν εξωστρεφής δραστηριότητα, αφού πάνω από το 90% των εσόδων προέρχεται από το εξωτερικό. Τα έσοδα αυτά, περιλαμβανομένων των εισπράξεων από κρουαζιέρα, αερομεταφορές και θαλάσσιες μεταφορές, ανήλθαν σε 18,2 δισ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση κατά 11,3% ή κατά 1,8 δισ. ευρώ συγκριτικά με το 2017.
Επιπροσθέτως, ο τουρισμός κάλυψε με τις ταξιδιωτικές εισπράξεις και τις εισπράξεις από τις αερομεταφορές και τις θαλάσσιες μεταφορές το 81% του ελλείμματος του ισοζυγίου αγαθών. Οι εισπράξεις αυτές ισούνται με το 73% των εισπράξεων όλων των άλλων προϊόντων που εξάγει η χώρα, εξαιρουμένων των εισπράξεων από εξαγωγή πλοίων και καυσίμων.
O εισερχόμενος τουρισμός παρουσίασε δυναμική και το 2018 με βελτίωση όλων των δεικτών, εκτός από τη μέση διάρκεια παραμονής, που ακολουθεί την παγκόσμια τάση μείωσης. Η εποχικότητα του εισερχόμενου τουρισμού παρέμεινε υψηλή, με το 68,4% των αφίξεων και το 72,5% των εσόδων να καταγράφονται την περίοδο αιχμής μεταξύ Ιουνίου και Σεπτεμβρίου.
Με βάση τις εκτιμήσεις της μελέτης του ΙΝΣΕΤΕ, από κάθε 1 ευρώ τουριστικής δραστηριότητας δημιουργείται επιπλέον 1,2 έως 1,65 ευρώ πρόσθετης οικονομικής δραστηριότητας.
Ουσιαστικά, για κάθε 1 ευρώ τουριστικού εσόδου, το ΑΕΠ της χώρας αυξάνεται κατά 2,2 έως 2,65 ευρώ, εξέλιξη που αποδεικνύει ότι ο τουρισμός είναι ένας τομέας με μεγάλη διάχυση ωφελειών στην οικονομία. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι η οικονομία τριών νησιωτικών περιφερειών εξαρτάται σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό από τον τουρισμό, αφού η συνεισφορά του τομέα στο περιφερειακό ΑΕΠ ανέρχεται σε 47,2% στην Κρήτη, σε 71,2% στα Ιόνια Νησιά και σε 97,1% στο Νότιο Αιγαίο. Οι εν λόγω περιφέρειες έχουν από τα υψηλότερα κατά κεφαλήν ΑΕΠ στη χώρα, τεκμηριώνοντας την άποψη πως ο τουρισμός οδηγεί σε βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των κατοίκων των προορισμών. Και παράλληλα, υπογραμμίζεται έτσι η τεράστια εξάρτησή τους από αυτόν.
Εκτός από τη μελέτη που περιλαμβάνει τις εκτιμήσεις για τη συμβολή του τουρισμού στην ελληνική οικονομία για το 2018, το ΙΝΣΕΤΕ ολοκλήρωσε τη μελέτη με τα τελικά στοιχεία για τη συμβολή του τουρισμού στην ελληνική οικονομία για το 2017. Στη μελέτη αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η άμεση συνεισφορά του τουρισμού στο ΑΕΠ για το 2017 έφθασε τα 19,04 δισ. ευρώ έναντι 17,69 δισ. ευρώ το 2016. Ο τουρισμός το 2017 συνέβαλε άμεσα στη δημιουργία του 10,6% του ΑΕΠ της χώρας, ενώ η άμεση και έμμεση συμβολή του εκτιμάται από 23,2% έως 28%.
2.2 Σύμφωνα με έρευνες αν κάποιος πάει ένα ταξίδι έστω και για λίγες μέρες φορτίζετε ψυχικά , αποβάλει το άγχος το στρές και την κούραση και γεμίζει τον άνθρωπο με ενέργεια .
2.3 Επίσης με το τουρισμός δουλεύει και η εστίαση και αρα είτε σε νησί καλοκαίρι ή σε χιονοδρομικά . Έστω και για λίγους μήνες έχουν δουλεία
2.4 Όλα τα πακέτα και οι προσφορές βοηθούν με τον τρόπο τους στην προσέλκυση τουριστών.
Πηγές:
- Ελληνική Στατιστική Αρχή, ▪ Έρευνα Συνόρων της Τράπεζας της Ελλάδας, ▪ Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας, ▪ Σύνδεσμος Επιχειρήσεων Επιβατηγού Ναυτιλίας, ▪ ΞΕΕ (2020), Βασικά μεγέθη της ελληνικής ξενοδοχεία 2019, ▪ ΙΟΒΕ (2012), Η επίδραση του τουρισμού στην ελληνική οικονομία, ▪ ΚΕΠΕ (2014), Οικονομικές Εξελίξεις, Τεύχος 24, Ιούνιος 2014, ▪ Άρης Ίκκος & Σεραφείμ Κουτσός (2019), Η συμβολή του τουρισμού στην ελληνική οικονομία το 2018 (ΙΝΣΕΤΕ), ▪ CLIA (2018), Contribution of Cruise Tourism to the Economies of Europe 2017.
- * Καθηγητής πανεπιστημίου Μακεδονίας, τ. Γενικός Γραμματέας Ιδιωτικών Επενδύσεων, Υπουργείο Οικονομίας & Ανάπτυξης.Ολόκληρο το κείμενο βρίσκεται στον ιστότοπο του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ από τις 8/7/2020.
- Κατάλογος καθιερωμένων όρων. Στην Ιστοσελίδα του Εθνικού Πληροφοριακού Συστήματος Έρευνας και Τεχνολογίας.
- Οι Καθιερωμένοι Όροι της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος Αρχειοθετήθηκε 2016-03-04 στο Wayback Machine.. Στην ιστοσελίδα της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Βεροιας.
- Tourism highlights (2016). «UNWTO (Παγκόσμιος Οργανισμός Τουρισμού του ΟΗΕ)». UNWTO. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 15 Νοεμβρίου 2017. Ανακτήθηκε στις 12 Οκτωβρίου 2016.
- Τουριστική Οικονομική, Δημήτρης Λαγός, Εκδόσεις Κριτική, Αθήνα 2005, σελ. 42-43
- Βιώσιμη Τουριστική Ανάπτυξη και Περιβάλλον, Χ. Κοκκώσης, Π.Τσάρτας, Εκδόσεις Κριτική, Αθήνα 2001, σελ. 82.
- Τουριστική Οικονομική, Δημήτρης Λαγός, Εκδόσεις Κριτική, Αθήνα 2005, σελ.62
- «Η επίδραση του τουρισμού στην Ελληνική Οικονομία» . ΙΟΒΕ. Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών. Σεπτέμβριος 2012. Ανακτήθηκε στις 12 Οκτωβρίου 2016.










