ΣΥΣΤΗΜΑ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Ένα λειτουργικό σύστημα παιδικής προστασίας μπορεί να λειτουργήσει μέσω της παροχής και της εφαρμογής υπηρεσιών τόσο σε τοπικό όσο και σε ένα ευρύτερο επίπεδο. Η ευθύνη ανήκει σε μια σειρά παραγόντων, συμπεριλαμβανομένων των κυβερνητικών φορέων, των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών και των κοινοτικών δικτύων ή επιτροπών. Η παροχή υπηρεσιών αποτελείται συνηθώς από τους νόμους και τις πολιτικές, τη διακυβέρνηση, την οικονομία, τις υπηρεσίες προστασίας και τη διαχείριση φροντίδας. Ωστόσο, τα στοιχεία δείχνουν πως η αποτελεσματική παροχή υπηρεσιών παιδικής προστασίας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό και από το ανθρώπινο δυναμικό, την παρακολούθηση και συλλογή δεδομένων και τη συμμετοχή και ευαισθητοποίηση του κοινού.
Οι κοινές αδυναμίες και τα σημεία συμφόρησης στα συστήματα παιδικής προστασίας, ιδιαίτερα σε περιβάλλοντα με χαμηλούς πόρους, περιλαμβάνουν -αλλά δεν περιορίζονται στην κακή εφαρμογή κανονιστικών πλαισίων σε όλο το σύστημα- την ανάγκη ουσιαστικής δέσμευσης με σκοπό την κατανόηση του κοινού σχετικά με την προστασία των παιδιών, τις αδυναμίες στην παροχή υπηρεσιών σε τοπικό επίπεδο, την περιορισμένη ικανότητα του εργατικού δυναμικού, καθώς επίσης και την έλλειψη στοιχείων και γνώσεων βασισμένων σε δεδομένα.
Το σύστημα προστασίας των παιδιών οφείλει να λειτουργεί σωστά μέσα στις κοινότητες. Οι κοινότητες λειτουργούν ως πόροι για την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη των παιδιών από τη μία αλλά και ως πηγή κινδύνων από την άλλη. Οι κοινότητες μπορούν να αποτελέσουν πηγή κινδύνου για τα παιδιά όταν μια συγκεκριμένη κοινότητα ενεργεί με σκοπό να ριζοσπαστικοποιήσει τα παιδιά, να τα εκθέσει σε ναρκωτικές ουσίες και σε σεξουαλικά αρπακτικά, να τα εκμεταλλευτεί, να τα στρατολογεί σε παιδιά- στρατιώτες, να τα εμπορευματοποιήσει και να στερείται πολιτικών που προστατεύουν την παιδική κακοποίηση. Οι κοινότητες που προσφέρουν προστατευτικούς παράγοντες για τα παιδιά είναι αυτές που διαθέτουν υπηρεσίες κατά τις οποίες τα παιδιά αποκτούν τις βασικές ανάγκες και τις κοινωνικές τους δεξιότητες (πολιτισμός, εκπαίδευση, υγεία, προστασία) σε όλα τα αναπτυξιακά τους στάδια. Αυτό το περιβάλλον ξεκινά από τους γονείς, τις κυβερνητικές υπηρεσίες και τις οργανώσεις παιδικής προστασίας που σχεδίασαν προστατευτικά πλαίσια για την ευημερία των παιδιών.
Η Σύμβαση του 1989 για τα Δικαιώματα του Παιδιού είναι ένα διεθνές σημείο αναφοράς που αναφέρεται συχνά στην ανάπτυξη των εσωτερικών εθνικών πολιτικών για την προστασία του παιδιού. Αφού εφαρμοστεί οποιαδήποτε εθνική πολιτική, στη συνέχεια καθίσταται ικανή για την ανάπτυξη ενός εθνικού σχεδίου δράσης με στόχο την προστασία των παιδιών. Σε πρώτη φάση, τέτοιες πολιτικές μπορούν να επικεντρωθούν στην αντιμετώπιση συγκεκριμένων θεμάτων παιδικής προστασίας, όπως η εξάλειψη της σωματικής τιμωρίας, οι μορφές παιδικής εργασίας, η εμπορική ή σεξουαλική παιδική εκμετάλλευση και η αναφορά κακοποίησης και παραμέλησης. Οι πρόσθετοι τομείς προτεραιότητας των εθνικών πολιτικών περιλαμβάνουν παρεμβάσεις για τη φροντίδα και την προστασία των ευάλωτων παιδιών και τη θέσπιση κατάλληλων νομικών διαδικασιών για τη δίωξη και την καταδίκη των παραβατών.
Πηγές:
- https://www.nchr.gr/images/pdf/nea_epikairothta/Paidiki_Prostasia.pdf
- https://www.childwelfare.gov/pubpdfs/cpswork.pdf
- https://en.wikipedia.org/wiki/Child_protection










