ΕΥΒΟΙΑ: ΤΟ ΦΛΕΓΟΜΕΝΟ ΝΗΣΙ

Γράφει η Δήμητρα Γαβαλά
Αδημονείς έναν ολόκληρο χείμωνα , για έναν Αύγουστο που ξέρεις οτι θα σε γεμίσει εμπειρίες, αναμνήσεις και όρεξη για ζωή που θα σε συντροφεύουν μέχρι το επόμενο καλοκαίρι.
Έτσι, λοιπόν, όλο το χειμώνα του 2021 μη σας πω και από το 2019 περίμενα το φετινό καλοκαίρι . Βλέπετε εμείς η γενιά του ΄03 ήμασταν οι υποψήφιοι των φετινών πανελλαδικών. Τα παιδιά της γενιάς μου (όπως επίσης και κάθε αλλο παιδί που έχει περάσει απο αυτή τη διαδικασία) γνωρίζουν πόσο σημαντικό είναι το καλοκαίρι αυτό για εμάς. Πράγματι, μέχρι τον Ιούλιο όλα κυλούσαν όμορφα. Οι πυρκαγιές που ξέσπασαν τον περασμένο Αύγουστο όμως είχαν άλλες βλέψεις.
Θα σας περιγράψω την δική μου εμπειρία προσπαθώντας να σας κάνω να φανταστείτε όλα όσα δεν μπορούσα να φανταστώ εγώ πιο πριν. Ιούλιος του΄21: τραγούδια στο αμάξι, περίπατοι στα δάση, αναμένες φωτιές και κιθάρες στην παραλία, ξενύχτια, γέλια, παρέες, έρωτες και οτιδήποτε θυμίζει εφηβικό καλοκαίρι.
Όλα ανατράπηκαν στις 3 Αυγούστου. Είχαμε πάει για μπάνιο στην Λίμνη Ευβοίας. Θυμάμαι, φύσηξε ένας καυτός άνεμος. Κοιταχτήκαμε όλοι μεταξύ μας και σκεφτήκαμε το ίδιο πράγμα. Στις 3μ.μ αναχωρήσαμε για τα σπίτια μας . Κοιμηθήκαμε και όταν ξυπνήσαμε ακούγαμε φωνές και βλέπαμε παντού καπνούς από μακριά . Δεν καταλαβαίναμε τι γινόταν μέχρι που μάθαμε οτι ξέσπασε πυρκαγιά μισή ωρα αφότου είχαμε περάσει από εκείνο το σημείο «Θα την σβήσουν» λέγαμε, που να ξέραμε και εμείς..

Οι ώρες περνούσαν, τα ελικόπτερα άφαντα. Παιδιά και μεγάλοι συνεχίζαμε τις ζωές μας κανονικά με την ελπίδα οτι θα σβήσει. Η φωτιά όλο και πλησίαζε σε άλλα χωριά ωστόσο από το δικό μας απείχε ακόμα. Κυλούσε προς το Ευβοικό. Εμείς βρισκόμασταν ενδυάμεσα στον Ευβοϊκό και το Αιγαίο πέλαγος δεν κινδυνεύαμε, έτσι πιστεύαμε τουλάχιστον. Εκείνο το βράδυ άρχισαν να εκκενώνονται τα πρώτα χωριά. Εμείς μέναμε ενημερωμένοι, «Εκκένωση;» η μόνη εκκένωση που γνώριζα μέχρι τότε ήταν αυτή των ψαριανών, που διάβαζα στην ιστορία των πανελλαδικών.
Την επόμενη μέρα, βλέπαμε δύο μέτωπα. Η φωτιά ξανά γύρισε από τον Ευβοϊκό και πλέον κατευθυνόταν προς το Αιγαίο πέλαγος. Όλοι μας οι φίλοι που ήταν στο διπλανό χωριό (Κεχριές)έτρεχαν μέρα νύχτα να σβήσουν τις φωτιές. Εμείς; Εμείς δεν μπορούσαμε να μείνουμε ακινητοποιημένοι . Έτσι,αποφασίσαμε να αγοράσουμε νερά , γάντια , σκυλοτροφές και γατοτροφές για να τα πάμε στους εθελοντές του Προκοπίου. Μας υποδέχτηκαν με μεγάλη χαρά και ευγνωμοσύνη. Την ώρα που φεύγαμε μας σταμάτησε ένας πυροσβέστης και μας είπε «κορίτσια μου καλό θα ήταν να μη φοράτε σανδάλια τέτοιες μέρες, η φωτιά δεν ξέρουμε από που θα μας έρθει και ίσως χρειαστεί να τρέξετε. Αφήστε που θα καούν τα πόδια σας σε δευτερόλεπτα!». Εμείς χαμογελάσαμε και τον ευχαριστήσαμε. Ωστόσο, την κρατήσαμε τη συμβουλή του.
Στο εξής είχε ξεσπάσει φωτιά στην Αθήνα, στην Καλαμάτα, στον Πύργο Ηλείας, στην Μάνη. Καιγόταν κυριολεκτικά όλη η Ελλάδα. Είχαμε πάει για ένα μπάνιο στην Αγία Άννα. Είχε πολλούς τουρίστες , εμείς πήγαμε να αφήσουμε κάτι φίλες μας που ήταν να μείνουν σε ενοικιαζόμενα. Είδαμε συνολικά δύο ελικόπτερα να παίρνουν νερό από την παραλία. Το μόνο που αντηχούσε στα αυτιά μας ήταν:
«θα φτάσει η φωτιά εδώ;»
«τι λες καλέ; Εδώ είναι Αιγαίο σιγά μην έρθει από την άλλη άκρη»
«τι θα κάνετε; θα πάρετε τα παιδιά και θα φύγετε;»
«εγώ δεν φεύγω θα μείνω στην θάλλασα είναι ασφαλές μέρος».
Και ξάφνου μήνυμα από το 112 «ΕΚΚΕΝΩΣΤΕ ΑΓΙΑ ΑΝΝΑ ΠΡΟΣ ΜΑΝΤΟΥΔΙ». Πανικός, φωνές, ουρλιαχτά. Όλα αυτά στις 6μ.μ. Οι φίλες μου μας ζητούσαν συμβουλές «να έρθουμε Στροφυλιά ή να μείνουμε στην θάλασσα;» «μαζί μας θα είστε, να το περάσουμε όλες μαζί αυτό», απαντούσαμε εμείς.

5 Αυγούστου, η ώρα 7 :00 μ.μ. :
«Γιαγιά θα έρθει η φωτιά εδώ;»
«Αποκλείεται , σιγά που θα έρθει, θα την σβήσουν», έτσι μου έλεγε.
Με την φίλη μου είχαμε φτιάξει βαλίτσες σε περίπτωση που γινόταν το κακό αν και καταβάθος πιστεύαμε οτι δεν θα γινόταν. Αποφασίσαμε να ανεβούμε στην πλατεία του χωριού.Βλέπαμε ξένα αμάξια να κάθονται παρκαρισμένα και ανθρώπους όλων των ηλικιών να βήχουν.Η ατμόσφαιρα αποπνυκτική. Θυμάμαι, τους ανθρώπους του χωριού να κάθονται όλοι μαζεμένοι στα μαγαζιά. Είχε νυχτώσει και παρατηρούσαν αγωνιούμενοι την λαίλαπα απο μακριά.
Φτάνοντας σπίτι μας πλησίασε η θεία μου και μου είπε «ετοίμασε τα πράγματα, πηγαίνετε να βρείτε τα πούλμαν που θα μας πάρουν, έχει πολύ στάχτη». Και κάπου εδώ αρχίζει ο εφιάλτης της έκκενωσης.
Με γρήγορο βάδισμα κατευθυνόμασταν προς την πλατεία του χωριού. Άφαντα τα λεωφορεία. Το μόνο που ακούγαμε ήταν τον κόσμο να φωνάζει «φύγετε». Εμείς φτάσαμε μέχρι το τέλος του χωριού μήπως και βλέπαμε τα πούλμαν. Πουθενά δεν ήταν. Μέχρι που κοιτάξαμε αριστέρα και η φωτιά είχε μπει ήδη το δάσος. Κινούταν γοργά, ήταν τρομακτική. Ο εφιάλτης δεν τελειώνει εδώ. Άρχισε να γίνεται διακοπή ρεύματος, ξεκίνησαν να χτυπούν καμπάνες. Όλα αυτά σε δευτερόλεπτα. Και εμείς; Εμείς μακριά από τα σπίτια μας. Δεν γνωρίζαμε αν θα καούμε ζωτανες, δεν γνωρίζαμε πόσο κοντά μας ήταν η φωτιά.Το μόνο που γνωρίζαμε ήταν οτι έπρεπε να αρχίσουμε να τρέχουμε με ψυχραιμία. Ψυχραιμία; Τι ψυχραιμία μπορεί να υπάρξει όταν δεν σκέφτεσαι καθαρά ή για την ακρίβεια όταν δεν έχεις το χρόνο να σκεφτείς;
Το μόνο που μπορούσες να ακούσεις την δεδομένη στιγμή ήταν ουρλιαχτά σε κάθε σπιτικό, παιδιά να κλαίνε, νερά να τρέχουν από τις βρύσες των σπιτιών, αυτοκίνητα. Φτάσαμε σπίτι επιτέλους. Μας διευκόλυναν και τα κλειστά παππούτσια, να διευκρινίσω. Η διακοπή του ρευματος δεν σταματούσε πλέον. Φώναζα και έλεγα «παππού , γιαγιά φεύγουμε σηκωθείτε!». Ο παππούς δεν σηκωνόταν από την καρέκλα και η πλαγιά κοντά σε εμάς ήδη καιγόταν « Παππού δεν θα το ξανα πω» η φωνή μου έτρεμε και τα μάτια μου έσταζαν δάκρυα. Ο παππούς μου καθόταν στην καρέκλα ακάθεκτος και έλεγε «δεν πάω πουθενά, να ζήσω που μετά; Να έρθουν να τη σβήσουν!».

Στο εξής χτυπούσαν τα τηλέφωνα οι γονείς μου έλεγαν να φύγω με την φίλη μου που μόλις είχε πάρει το δίπλωμα, ο αδερφός μου με παρακαλούσε να μείνω δυνατή. Και εγω; Εγώ ούρλιαζα και παρακαλούσα όλος αυτός ο εφιάλτης να τελειώσει. Δεν ήξερα τι έπρεπε να κάνω . Να φύγω για να σώσω τη φίλη μου που ήταν φιλοξενούμενη και εμένα ή να κάστω με την γιαγιά και τον παππού μου μέχρι να φύγουν αντικρίζοντας την φωτιά; Έπειτα, σκεφτόμουν οτι είμαι απράδεκτη και ότι άμα τους αφήσω και πάθουν το οτιδήποτε θα έχω τύψεις για μια ζωή.
Θυμάμαι, τα βουρκωμένα μάτια της γιαγιάς μου. Δεν την είχα ξανα δει ποτέ έτσι . Ένα βλέμμα θλίψης, απόγνωσης, την πήρα αγκαλιά και της είπα θα τα πούμε στο Μαντούδι. Σε κλάσματα δευτερολέπτου έβαλα ό,τι φωτογραφία υπήρχε με την μαμά μου, την θεία μου στη τσάντα μου. Ήθελα να κρατήσω κατι αναμνηστικό από το σπίτι. Όσο έτρεχα πανικόβλιτη προσπάθησα να βάλω τον γάτο μου σε μία τσάντα, ήθελα να τον πάρω μαζί μου μα δεν τα κατάφερα. Ταυτόχρονα , άκουγα την φίλη μου που θα οδηγούσε να φωνάζει «το σκύλο πάρτε!». Θυμάμαι, μία γιαγιά να λέει στην φίλη μου «χάρηκα που σας γνώρισα και ας μη τα ξαναπούμε». Μπήκαμε στο αμάξι για να φύγουμε. Είδαμε διακόσους ανθρώπους να κάθονται έξω από τα αμάξια τους αντικρίζοντας το χωριό να περικυκλώνεται από τις φλόγες. Ξαφνικά λάβαμε μήνυμα απο το 112 «ΕΚΚΕΝΩΣΤΕ ΠΡΟΣ ΣΤΡΟΦΥΛΙΑ».
Φτάσαμε στο Προκόπι σε κάτι συγγενείς . Μας υποδέχτηκαν με ζεστασιά. Όταν πήγαμε στην πλατεία του χωριού είδαμε άλλα εξήντα άτομα περίπου. Αντικρίζαμε την Αγία Αννα να καίγεται από τις κάμερες. Την Αγία Άννα που προηγουμένως βρισκόμασταν. Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνη την γιαγιάκα να είναι ψύχραιμη και να μου λέει: «μη με βλέπεις έτσι κοπέλα μου, κάηκε και το σπίτι μου και το μαγαζί μου». Την πήρα αγκαλιά και της είπα «κουράγιο, θα τα βγάλουμε πέρα».
Οι ώρες περνούσαν. Το τηλέφωνο χτυπούσε μόνο για κακό «Έλα, μπήκε στο χωριό». Και το μόνο που σκεφτόμουν ήταν οτι είμαι απαίσιος άνθρωπος που δεν πήρα μαζί μου το γατί.
Έφτασε η στιγμή που θα εκκενωνόταν και το Προκόπι. Οι άνθρωποι του δεν το εγκατέλειψαν. Ήταν διατεθειμένοι να κάνουν τα πάντα για να σώσουν τον Αι Γίαννη τον Ρώσσο και τις κατοικίες τους. Τον προστάτη τον έβγαλαν έξω και προσκυνούσαν. Μεγάλο πράγμα η πίστη τελικά. Όσο εμείς είχαμε πλέον φτάσει στη Χαλκίδα στο Προκόπι έπεσαν οι πρώτες σταγόνες βροχής. Έτσι μας ενημέρωσαν. Δεν ήθελα να πιστέψω οτι ήταν αλήθεια αυτό. Παράλληλα, οι νέοι του χωριού έτρεξαν όλοι μαζί στο Καντήλιο όρος. Κάνανε αλυσίδα και προσπαθούσαν να σώσουν τον τόπο τους. Ο θαυμασμός για αυτά τα παιδιά δεν περιγράφεται με λέξεις.
Εν τέλει το χωριο μου σώθηκε. Το έσωσαν οι ψυχές του. Χωρίς καμία κρατική βοήθεια. Ένα ευχαριστώ είναι λίγο. Πάλευαν ημέρες και νύχτες με τον πιο φριχτό εφιάλτη. Έκθεταν τη ζωή τους σε κίνδυνο αν καιγόταν το σπίτι του γείτονα θα καιγόταν και το δικό τους. Νέοι γεμάτοι ζωή και όνειρα. Ηλικιωμένοι που αγαπούσαν τον τόπο τους.. Το ίδιο συμβαίνει και στα άλλα χωριά. Οι κάτοικοι τα έσωσαν και οι ντόπιοι πυροσβέστες. Περνώντας έξω από αυτά μπορείς να χαζέψεις το ελάχιστο πράσινο που απέμεινε..
Όσο για την Αγία Άννα ο πόνος είναι αβάσταχτος. Το μέρος που μας μεγάλωσε ή αυτό που μεγαλώσαμε έγινε στάχτη. Δεν απέμεινε ειλικρινά τίποτα. Όταν ήμασταν μικρά οι γονείς μας έλεγαν «που θα πάμε για μπάνιο σήμερα;» στην Αγία Άννα φωνάζαμε εμείς. Σε οποιαδήποτε παραλία και αν πάω καμία δεν θα μου την θυμίζει. Ένα τόπος αγνός και απολύτως απείραχτος από το ανθρώπινο χέρι. Σε αυτό το μέρος μάθαμε να κολυμπάμε, να εκτιμάμε το μεγαλείο της φύσης. Θυμάμαι, έτσι όπως καθόμασταν σα πρόσφυγες στην εκκλησία ένα κοριτσάκι να μου λέει «Ανυπομονώ να πάμε στο σπίτι μας στην παραλία να κάνω και μπάνιο στην θάλασσα», «ποιό είναι το αγαπημένο σου μέρος;» τη ρώτησα εγώ. «Η Αγία Άννα φυσικά» μου απάντησε εκείνη. Με διαπέρασε ένα ρήγος οργής, θλίψης, πόνου και άδικου ταυτόχρονα. Γιατί κάτι τέτοιες ψυχές δεν θα έχουν ποτέ την τύχη να ζήσουν την βόρεια Εύβοια όπως τη ζήσαμε εμείς.

Μα ξέρετε κάτι ένα τραγούδι λέει «Αν θα μπορούσα τον κόσμο να άλλαζα θα ξανα έβαφα γαλάζια την θάλασσα». Και σας λέω εγώ οτι αυτό πρέπει να κάνουμε. Αν όχι για εμάς, για τις επόμενες γενιές. Η ελπίδα σβήνει πάντα τελευταία . Αν ήσουν από μία γωνιά και αντίκριζες τους νέους να κάνουν αλυσίδες για τα νερά και τα τρόφιμα που έστελνε ο κόσμος θα ανατρίχιαζες. Εμείς είμαστε το μέλλον. Δεν νιώσαμε στιγμή μόνοι μας γιατί ο λαός ήταν δίπλα μας με τις πράξεις του και την σκέψη του. Ίσως άξιζε να θυσιαστεί η Εύβοια για να συνειδητοποιήσουμε όλοι πόσο δεμένοι είμαστε στα δύσκολα.
Μέσα σε 4 ολόκληρες μέρες κάηκε το 1/3 του νησιού. Η φωτιά στο διάβα της κατέστρεψε την Λίμνη Ευβοίας, τον Μουρτιά, τον Ρετσινόλακκο, Σηπιάδα, Χρόνια, Κεχριές, Δάφνη, Κουρκουλοί, Ροβιές, Δαμιά, Δρυμώνα, Καλαμούδι, Κούλουρος, Μαρούλι, Μονή Οσίου Δαβίδ γέροντος, Παλαιοχώρι, Σκεπαστή, Κήρινθος, Ζωοδόχος πηγή , Κρύα βρύση, Σπαθάρι, Στροφυλιά, Φαράκλα, Αγκάλη, Παλαιόβρυση, Αμέλαντες, Αχλάδι, Κεράμεια, Κερασιά, Κοτσικιά, Παπάδες. Δηλαδή από τα σαράντα οκτώ χωριά ανέγγιχτα έμειναν δεκαέξι χωριά. Με μηδέν μποφόρ.Τις αναμνήσεις μας κανένας δεν θα μς τις καταστρέψει, έτσι λέει η μαμά μου. Εύβοια, όλοι εμείς που είχαμε την τύχη να σε γνωρίσουμε και να σε θαυμάσουμε θα σε θυμόμαστε όπως σε ζήσαμε πριν από εκείνο το μεσημέρι της Τρίτης. Θα σε κάνουμε καλύτερη. Για εσάς που ενδέχεται να την επισκεφτείτε να θυμάστε πως δεν ήταν στο ελάχιστο ποτέ έτσι και οτι το μάτι σου δεν θα χόρταινε το θαυμάσιο αυτό τόπο.

Όσο για εσάς που παρεβρεθήκατε στην φωτια που έγινε στο Μάτι του 2018 μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα τι περάσατε. Θέλω απλα να σας πω οτι αν δε το ζήσεις δεν θα καταλάβεις ποτέ πόσο απαίσιο είναι. Εύχομαι να μην επαναληφθεί ποτέ ξανά! Σε κανέναν δεν αξίζουν τέτοιες αναμνήσεις.Υποσχέθηκα στον εαυτό μου να μην επιτρέψω να ξεχαστεί αυτό που βιώσαμε φέτος. Γι΄αυτό και μοιράζομαι το κείμενο αυτό.










