ΜΙΑ ΟΧΙ ΚΑΙ ΤΟΣΟ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Γράφει ο Γιώργος Γκιλεφέσης
Η κρητική που έχει ασκηθεί και συνεχίζει να ασκείται στην δημοκρατία σαν πολίτευμα είναι ένας από τους λόγους που επιβιώνει ως και σήμερα. Η ικανότητα που δίνεται στους πολίτες όχι μόνο να εντοπίζουν σφάλματα αλλά και να τα επικοινωνούν έχει ως συνέπεια την παραγωγή διαλόγου πάνω σε αυτά με σκοπό την εύρεση λύσης. Η διαδικασία αυτή αν και πολύπλοκη και χρονοβόρα στην πράξη, επιτρέπει στην ίδια την πολιτεία να αυτοβελτιώνεται. Μάλιστα θα ήταν ορθό, υπό το πρίσμα αυτό, να θεωρήσουμε πως είναι καθήκον κάθε πολίτη να ασκεί κριτική στα κακώς κείμενα πάνω στην οποία θα χτίσουμε ένα καλύτερο αύριο. Ως εκ τούτου θεωρώ όχι μόνο ωφέλιμο αλλά και αναγκαίο να προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε όλα τα προβληματικά σημεία του δικού μας πολιτεύματος, όπως αυτό ορίζεται από το ελληνικό σύνταγμα.
Μία από τις βασικές αρχές που συνθέτουν ένα δημοκρατικό πολίτευμα είναι η διάκριση των εξουσιών. Αυτές είναι η νομοθετική, η εκτελεστική και η δικαστική εξουσία. Παρόλο αυτά για λόγο άγνωστο, νόμιμα και συνταγματικά, αυτή η αρχή καταπατάτε σχεδόν σε όλα τα κράτη. Αναρωτηθείτε πως είναι δυνατόν στην δική μας αντιπροσωπευτική και κοινοβουλευτική δημοκρατία ένα εκλεγμένο κόμμα να είναι ταυτόχρονα και η νομοθετική και η εκτελεστική εξουσία. Ο λόγος που ο Μοντεσκιέ προχώρησε στην θέση ότι οι εξουσίες είναι τρεις και βασικός κανόνας είναι αυτές να διακρίνονται μεταξύ τους είναι για να αποφευχθεί ο συγκεντρωτισμός και ο αυταρχισμός και κατ΄ επέκταση η γένεση ενός αντιδημοκρατικού καθεστώτος. Πως είναι λοιπόν δυνατόν ένα κόμμα να εξουσιάζει δυο εξουσίες; Πως αυτό είναι νόμιμο και συνταγματικό; Αν ένα κόμμα, οποιοδήποτε κόμμα, παραδέχονταν πως ελέγχει την δικαστική εξουσία αυτό θα ήταν κατάφορη καταπάτηση του συντάγματος. Αλλά αν το ίδιο κόμμα ελέγχει την βουλή (νομοθετική εξουσία) και αποτελεί την κυβέρνηση (εκτελεστική εξουσία) όχι μόνο δεν το καταπατά αλλά προβλέπεται από αυτό.
Σύμφωνα με το άρθρο 47 του συντάγματος:« 1. O Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει το δικαίωμα, ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης και γνώμη συμβουλίου που συγκροτείται κατά πλειοψηφία από δικαστές, να χαρίζει, μετατρέπει ή μετριάζει τις ποινές που επιβάλλουν τα δικαστήρια, καθώς και να αίρει τις κάθε είδους νόμιμες συνέπειες ποινών που έχουν επιβληθεί και εκτιθεί.». Αυτό δεν αντιτίθεται στην ίδια την αρχή της διάκρισης των εξουσιών; Πως μπορεί ένας άνθρωπος, όποιος και αν είναι αυτός και εφόσον όλοι οι πολίτες είναι ίσοι να παρεμβαίνει στην δικαστική εξουσία πόσο μάλλον να αίρει τις αποφάσεις της; Σύμφωνα πάλι με το άρθρο 49 του συντάγματος:« 1. O Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν ευθύνεται οπωσδήποτε για πράξεις που έχει ενεργήσει κατά την άσκηση των καθηκόντων του, παρά μόνο για έσχατη προδοσία ή παραβίαση, με πρόθεση, του Συντάγματος. Για πράξεις που δεν σχετίζονται με την άσκηση των καθηκόντων του η δίωξη αναστέλλεται εωσότου λήξει η προεδρική θητεία.». Αναρωτιέμαι πως είναι δυνατόν και μάλιστα συνταγματικά κατοχυρωμένο ένας άνθρωπος όποιος και αν είναι αυτός να μην ευθύνεται για τις πράξεις του. Ο φόνος εξ αμέλειας δηλαδή χωρίς πρόθεση είναι συγκεκριμένα:« Κατά τη διάταξη του άρθρ. 302 παρ. 1 του ΠΚ, ανθρωποκτονία εξ αμελείας διαπράττει όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Κατά δε τη διάταξη του άρθρ. 28 του ιδίου Κώδικα, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν.». Στην περίπτωση όμως του ανώτατου λειτουργού του κράτους αν παραβιάσει εξ αμέλειας το σύνταγμα δεν ευθύνεται για αυτό.
Στο άρθρο 60 του συντάγματος αναγράφεται το εξής: «1. Οι βουλευτές έχουν απεριόριστο το δικαίωμα της γνώμης και ψήφου κατά συνείδηση.». Σε προηγούμενο άρθρο (άρθρο 51) όμως αναφέρεται ότι: «2. Οι βουλευτές αντιπροσωπεύουν το Έθνος.». Προτού προχωρήσουμε όμως στην διατύπωση του προβλήματος οφείλουμε να ανατρέξουμε στον προσδιορισμό της έννοιας έθνους. Στο Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και την Δημοκρατία αναφέρεται πως:« Έθνος ονομάζουμε ένα σύνολο ανθρώπων οι οποίοι μοιράζονται μεταξύ τους κοινά γνωρίσματα που τους διακρίνουν ως σύνολο από άλλα εθνικά σύνολα.» και προσθέτουν πως: «Το έθνος διαχωρίζεται έτσι από τον λαό και γίνεται αντιληπτό ως μια πολιτιστική έννοια, η οποία μπορεί να προσδιοριστεί αποκλειστικά με τρόπο αντικειμενικό, δηλαδή ανεξάρτητα από τις θελήσεις των ανθρώπων που το απαρτίζουν.». Βάσει αυτών επομένως είναι ασφαλές να συμπεράνουμε πως με βάση το ελληνικό σύνταγμα οι βουλευτές δεν αντιπροσωπεύουν τον λαό αλλά το Έθνος. Εν ολίγοις το έθνος έχει ως μέρος του όχι μόνο τον λαό που σύμφωνα πάλι με το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και την Δημοκρατία είναι: «το σύνολο των ανθρώπων που ζουν σε μια χώρα και έχουν την ιθαγένεια (ή υπηκοότητα, ή ιδιότητα του πολίτη) του κράτους αυτού.» αλλά το: «σύνολο ανθρώπων οι οποίοι μοιράζονται μεταξύ τους κοινά γνωρίσματα που τους διακρίνουν ως σύνολο από άλλα εθνικά σύνολα. Συνήθως τέτοια κοινά γνωρίσματα θεωρούνται η γλώσσα, η θρησκεία, οι κοινές παραδόσεις κ.λπ.». Σαν Ελλάδα έχουμε αντιπροσωπευτική δημοκρατία, δηλαδή ο λαός εκλεγεί τους αντιπροσώπους του ώστε αυτοί να νομοθετούν εξ ονόματός του. Αφού όμως οι βουλευτές έχουν απεριόριστο δικαίωμα ψήφου κατά συνείδησης για ποιο λόγο να μπαίνουμε καν στην διαδικασία των βουλευτικών εκλογών; Υποτίθεται ότι αντιπρόσωπος είναι εκείνος που παρευρίσκεται και ενεργεί με σχετική εξουσιοδότηση για λογαριασμό κάποιου αλλού. Είναι δυνατόν λοιπόν ο αντιπρόσωπος να πράττει κατά βούληση; Δεν οφείλει να πράττει αυτό που θέλει εκείνος που τον εξουσιοδότησε; Αυτό ακριβώς είναι γενέτειρα μυρίων προβλημάτων καθώς ο βουλευτής ό,τι και να πράξει, ακόμη και αν είναι εναντίον όλου του έθνους που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί, έχει την ελευθερία να το αγνοήσει και να ψηφίσει αυτό που εκείνος προσωπικά θεωρεί σωστό.
Οι βουλευτές, δεν είναι και δεν πρέπει να είναι τίποτα άλλο πέρα από φερέφωνα του λαού. Δεν πρέπει να έχουν την ελευθερία να πράττουν κατά το δοκούν παρά μόνο σε εξαιρετικές και απίστευτα ειδικές περιστάσεις. Ο λαός είναι εκείνος που πρέπει να έχει την πλήρη ευθύνη, όχι οι βουλευτές· για τα καλά αλλά κυρίως για τα κακά. Γιατί μόνο έτσι μπορεί να μάθει από τα λάθη του. Όλα τα υπόλοιπα είναι περιττά. Δεν αξίζει να αναφερθούμε καν σε όλα τα προβλήματα που δημιουργεί η απείθεια στον κανόνα αυτό. Το πιο σημαντικό από όλα είναι ο λαός να είναι ο νομοθέτης, έστω και με τους αντιπροσώπους που εκλέγει ο ίδιος για να μην κάνουν τίποτα άλλο πέρα από αυτό που ίδιος θέλει. Ο λαός δεν χρειάζεται την προστασία κανενός πόσο μάλλον κατεύθυνση. Κατεύθυνση στον λαό δίνουν μόνο οι χειραγωγοί. Οφείλει να είναι υπόλογος και υπεύθυνος των πράξεων του, αυτός και κανένας άλλος. Αν ο λαός δεν είναι ώριμος να πάρει σοβαρές αποφάσεις οφείλει παρόλο αυτά να τις πάρει μιας και θα μάθει από τα λάθη του. Δεν χρειάζεται κηδεμόνα. Είναι πάντοτε προτιμότερο να πάρει μια λάθος απόφαση παρά να μην πάρει καμία. Επιτέλους η λέξη φερέφωνο μπορεί να αποκτήσει μια θετική χροιά.
Τι συμβαίνει όμως αν ο ελληνικός λαός επιθυμεί ας πούμε να αλλάξει το πολίτευμα από προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία σε προεδρική δημοκρατία; Το ίδιο το σύνταγμα απαγορεύει την αλλαγή του πολιτεύματος, συγκεκριμένα:« 1. Οι διατάξεις του Συντάγματος υπόκεινται σε αναθεώρηση, εκτός από εκείνες που καθορίζουν τη βάση και τη μορφή του πολιτεύματος, ως Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας…». Θεωρώ πως όλοι κατανοούμε την ανάγκη διατήρησης του δημοκρατικού πολιτεύματος, οποίο και αν είναι αυτό πάση θυσία, αλλά το ίδιο μας το σύνταγμα να μας απαγορεύει να αλλάξουμε το δημοκρατικό πολίτευμα με ένα άλλο δημοκρατικό και ίσως καλύτερο είναι το λιγότερο αχρείαστο καθώς η κατάλυση του συντάγματος δια της βίας προβλέπεται από την ακροτελεύτιά διάταξη του συντάγματος.
Το σύνταγμα σαν έννοια είναι ίσως ένα από τα σημαντικότερα κατορθώματα της ανθρωπότητας για τα διασφάλιση της ελευθερίας, της ισότητας και εν γένει όλων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Οφείλουμε όμως ως πολιτική οντότητα να εξελιχθούμε, να πάρουμε το ήδη έχων, να ασκήσουμε εποικοδομητική κριτική σε αυτό, να του αναγνωρίσουμε τα καλά και τα άσχημα, να το τροποποιήσουμε εκεί που είναι αναγκαίο και να το βελτιώσουμε. Είναι το λιγότερο αναγκαίο πόσο μάλλον απαραίτητο αν θέλουμε να διατηρήσουμε και να εξασφαλίσουμε μια δημοκρατική πολιτεία.
Βιβλιογραφία
- https://xn--oxaabmjcaeektwaaebbir5bl.gr/%CE%B1%CE%BD%CE%B8%CF%81%CF%89%CF%80%CE%BF%CE%BA%CF%84%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%B1-%CE%B5%CE%BE-%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CF%83/
- https://www.hellenicparliament.gr/Vouli-ton-Ellinon/To-Politevma/Syntagma/
- https://foundation.parliament.gr/VoulhFoundation/VoulhFoundationPortal/images/site_content/voulhFoundation/file/Ekpaideytika%20New/nazismos/0_4nazismos.pdf










